Και μετά απο απουσία αρκετών ημερών, επανέρχομαι με κοιλίτσα γεμάτη, μυαλό φευγάτο και διάθεση για τρέλες-ενίοτε και για τις Σευχέλες, αλλά το τελευταίο απορρίπτεται αμέσως λόγω έλλειψης χρημάτων. Και πλέον θα συγυρίζω καθημερινά το κυψελάκι μου, για να μην πιάνει αράχνες και κυρίως για να μην μπαγιατέψει το μέλι και μαραζώσουν τα λουλούδια.
Το Πάσχα πέρασα ωραία, αν και με ταλαιπωρήθηκα απο πυρετό το βράδυ της Ανάστασης και την Κυριακή του Πάσχα. Έφαγα του σκασμού, ξεκουράστηκα, πέρασα πολύ χρόνο με τον Σερ Σερ και το Μαρκελάκι, διάβασα και λιγάκι και γενικά ήταν απο τις πιο ήσυχες και σπιτικές γιορτές που έχω ζήσει στην στρογγυλή ζωή μου. 06 Μαΐου έδωσα τα γραπτά στα Γερμανικά και λίγες μέρες μετά τα προφορικά και η νεκροψία θα δείξει αν οι διορθωτές ψοφήσαν τελικά απο το λεξιλόγιο και την σύνταξη ή αν τελικά κατάφεραν οι κακόμοιροι να επιβιώσουν.
Και τώρα προβλέπεται ένα ατελείωτο αραλίκι και μια αθεράπευτη τεμπελιά ως τον Σεπτέμβριο. Θα ζωγραφίσω και θα διαβάσω πολλά βιβλία και γενικά ανυπομονώ να ασχοληθώ μόνο με αυτά που με ευχαριστούν. Στην δουλειά η κατάσταση κυλάει καλύτερα και ηρεμότερα: όσο περισσότερη εμπειρία αποκτώ, τόσο μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και ετοιμότητα κερδίζω.
Νέα άλλα συνταρακτικά δεν έχω, καθώς με το διάβασμα και τον πυρετό δεν βγήκα και δεν συναναστράφηκα με παρέες και άλλα ζουζούνια.
Μόνο που χτες πήγα το Μαρκελάκι για κούρεμα: στην αρχή κόντεψε να φάει τον κτηνίατρο και μετά απο αρκετή ώρα βγήκε χοροπηδώντας με φουντωτή ουρίτσα και αφράτα αυτιά, λείο τρίχωμα και πολύχρωμα κοκαλάκια στο κεφάλι,παρουσιάζοντας ένα αστείο και τρυφερό θέαμα.
Σας αφήνω, λίγο βιαστικά είναι η αλήθεια, αλλά δεν μπορώ το λαιμαργούλι να αντισταθώ στην σταγόνα νέκταρ που μου κλείνει το μάτι πονηρά απο το φυλλαράκι.Πάω να του πω δυο λόγια!!!
Τετάρτη 14 Μαΐου 2008
Πέμπτη 24 Απριλίου 2008
Καλή Ανάσταση!!
Τρίτη 22 Απριλίου 2008
Τα νεύρα μου....
Ορίστε μας, χρονιάρες μέρες και αναγκάστηκα να βγάλω το κεντρί μου πάλι. Γυάλισε το μάτι μου απο τα νεύρα μου σήμερα και δεν με σώνει ούτε ο διαλογισμός.
Για αρχή, η μητέρα μου και η αδερφή μου τελικά δεν θα έρθουν, υποστηρίζοντας ότι είναι ταλαιπωρία το ταξίδι για τρείς μέρες. Ρίξαμε ένα καλό καβγά με την μητέρα μου δια τηλεφώνου, γιατί βλέπετε είμαι παράλογη που τους θέλω όλους κοντά μου και που ενημερώνομαι για τα πάντα τελευταία στιγμή. Και επειδή ούτε οι γονείς και η αδερφή του Σερ θα έρθουν (γιατί, υπάρχει κάποιος λόγος?), το αποτέλεσμα είναι ότι εγώ, ο Σερ Σερ και το Μαρκελάκι θα μείνουμε μόνοι μας όλες τις γιορτές.
Κατά δεύτερο, τρέχω στην δουλειά σαν το βλάκα να τα προλάβω όλα, χώρια ότι περιπλανιέμαι απο γραφείο σε γραφείο και απο όροφο σε όροφο κουβαλώντας δικογραφίες και βιβλία, χωρίς γραφείο και υπολογιστή,λες και λέρωσα κανένα πηγάδι (για να το πω ευγενικά), για να μην αναφέρω και τον κάθε ηλίθιο που έχει δει την δουλειά παιχνίδι και εμποδίζει και την δική μου.
Και τρίτο, κανένας να μην μου ανταποδίδει τα χρόνια πολλά και το κέφι μου, να γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τα εμαιλ μου και μηνύματά μου, λες και θα φάω τον πολύτιμο χρόνο τους ή θα τους δαγκώσω αν μου απαντήσουν και μοιραστούν λίγο χαρά και ενδιαφέρον.
Μου την βίδωσε παρα πολύ άγρια σήμερα. Αι σιχτίρ, έτσι μου έρχεται να πάρω μια βαλίτσα, να κλείσω το κινητό και να παρατήσω τους πάντες και τα πάντα και όπου με βγάλει ο δρόμος.
Για αρχή, η μητέρα μου και η αδερφή μου τελικά δεν θα έρθουν, υποστηρίζοντας ότι είναι ταλαιπωρία το ταξίδι για τρείς μέρες. Ρίξαμε ένα καλό καβγά με την μητέρα μου δια τηλεφώνου, γιατί βλέπετε είμαι παράλογη που τους θέλω όλους κοντά μου και που ενημερώνομαι για τα πάντα τελευταία στιγμή. Και επειδή ούτε οι γονείς και η αδερφή του Σερ θα έρθουν (γιατί, υπάρχει κάποιος λόγος?), το αποτέλεσμα είναι ότι εγώ, ο Σερ Σερ και το Μαρκελάκι θα μείνουμε μόνοι μας όλες τις γιορτές.
Κατά δεύτερο, τρέχω στην δουλειά σαν το βλάκα να τα προλάβω όλα, χώρια ότι περιπλανιέμαι απο γραφείο σε γραφείο και απο όροφο σε όροφο κουβαλώντας δικογραφίες και βιβλία, χωρίς γραφείο και υπολογιστή,λες και λέρωσα κανένα πηγάδι (για να το πω ευγενικά), για να μην αναφέρω και τον κάθε ηλίθιο που έχει δει την δουλειά παιχνίδι και εμποδίζει και την δική μου.
Και τρίτο, κανένας να μην μου ανταποδίδει τα χρόνια πολλά και το κέφι μου, να γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τα εμαιλ μου και μηνύματά μου, λες και θα φάω τον πολύτιμο χρόνο τους ή θα τους δαγκώσω αν μου απαντήσουν και μοιραστούν λίγο χαρά και ενδιαφέρον.
Μου την βίδωσε παρα πολύ άγρια σήμερα. Αι σιχτίρ, έτσι μου έρχεται να πάρω μια βαλίτσα, να κλείσω το κινητό και να παρατήσω τους πάντες και τα πάντα και όπου με βγάλει ο δρόμος.
Κυριακή 20 Απριλίου 2008
Φρονιμίτης-Μέλισσα σημειώσατε Χ (ανακωχή λόγω γιορτών γαρ)
Και ναι, την προηγούμενη Τρίτη πήγα στο ΚΑΤ και έβγαλα τον φρονιμίτη.
Ένα έχω να πώ: άγιοι οι επιστήμονες που ανακάλυψαν την αναισθησία και τα παυσίπονα. Δεν παλευόταν η δουλειά αλλιώς με τίποτα.
Η μέρα της Τρίτης ξεκίνησε με κατάθεση αγωγών στο δικαστήριο πρωί πρωί και συνεχίστηκε με την διαπίστωση ότι κλείδωσα τον Σερ Πασχαλίτσο στο σπίτι: απο τα πολλά φάρμακα χάζεψε για τα καλά η μέλισσα και πήρε μαζί της και τα δυο ζευγάρια κλειδιά. Και μετά απο έναν μαραθώνιο ως στο σπίτι και απο εκέί στο ΚΑΤ, βρέθηκα στην καρέκλα του γιατρού...Η επέμβαση δεν με πόνεσε, είναι η αλήθεια, και ο γιατρός ήταν πολύ καλός. Σταθόπουλος ήταν το όνομά του, ειδικευόμενος μεν,αλλά όπως έπρεπε όλοι οι γιατροί να είναι δε: ευγενικός, υπομονετικός και εξηγούσε τήν κάθε ενέργεια για να μην τρομάξω. Βέβαια όταν γύρισε και μου είπε την θεϊκή φράση :'' Δεσποινίς, το κόκαλο του σαγονιού σας είναι πολύ λευκό'' ,τα χρειάστηκα λιγάκι, αλλά το προσπερνώ Έκανα και τα ράμματα μου, που δεν με άφηναν να ανοίξω το στόμα για δυο μέρες, πρήστηκε και το μάγουλο κάνοντάς με να μοιάζω με φούσκα, και ησύχασα (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Ταλαιπωρία όμως σκέτη ρε παιδί μου. Τώρα ακονίζω τα δοντάκια, γιατί έρχεται πάλι η μαμά μέλισσα (μετά της αδερφής αυτή την φορά) και σίγουρα κάτι καλό θα φτιάξει πάλι.
Γιορτές θα μείνω Αθήνα, για πρώτη φορά στην ζωή μου,γιατί δεν μου πάει η καρδιά να αφήσω τον Σερ Σερ μόνο του. Δεν λέω, ωραία θα ήταν στην επαρχία μέσα στο πράσσινο και την ησυχία, αλλά δεν αξίζει τίποτα αν δεν είναι δίπλα μου όλοι οι αγαπημένοι μου. Για αυτό θα κατέβει το εκ Πρεβέζης ορμώμενο, προαναφερόμενο, αχτύπητο δίδυμο και θα κάνουμε Ανάσταση όλοι μαζί.
Αυτά τα πολύ λίγα, γιατί δεν συνέβη και κάτι φοβερό και τρομερό.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα σε όλους, με υγεία και χαρά, και καλό φαγοπότι!!
Ένα έχω να πώ: άγιοι οι επιστήμονες που ανακάλυψαν την αναισθησία και τα παυσίπονα. Δεν παλευόταν η δουλειά αλλιώς με τίποτα.
Η μέρα της Τρίτης ξεκίνησε με κατάθεση αγωγών στο δικαστήριο πρωί πρωί και συνεχίστηκε με την διαπίστωση ότι κλείδωσα τον Σερ Πασχαλίτσο στο σπίτι: απο τα πολλά φάρμακα χάζεψε για τα καλά η μέλισσα και πήρε μαζί της και τα δυο ζευγάρια κλειδιά. Και μετά απο έναν μαραθώνιο ως στο σπίτι και απο εκέί στο ΚΑΤ, βρέθηκα στην καρέκλα του γιατρού...Η επέμβαση δεν με πόνεσε, είναι η αλήθεια, και ο γιατρός ήταν πολύ καλός. Σταθόπουλος ήταν το όνομά του, ειδικευόμενος μεν,αλλά όπως έπρεπε όλοι οι γιατροί να είναι δε: ευγενικός, υπομονετικός και εξηγούσε τήν κάθε ενέργεια για να μην τρομάξω. Βέβαια όταν γύρισε και μου είπε την θεϊκή φράση :'' Δεσποινίς, το κόκαλο του σαγονιού σας είναι πολύ λευκό'' ,τα χρειάστηκα λιγάκι, αλλά το προσπερνώ Έκανα και τα ράμματα μου, που δεν με άφηναν να ανοίξω το στόμα για δυο μέρες, πρήστηκε και το μάγουλο κάνοντάς με να μοιάζω με φούσκα, και ησύχασα (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Ταλαιπωρία όμως σκέτη ρε παιδί μου. Τώρα ακονίζω τα δοντάκια, γιατί έρχεται πάλι η μαμά μέλισσα (μετά της αδερφής αυτή την φορά) και σίγουρα κάτι καλό θα φτιάξει πάλι.
Γιορτές θα μείνω Αθήνα, για πρώτη φορά στην ζωή μου,γιατί δεν μου πάει η καρδιά να αφήσω τον Σερ Σερ μόνο του. Δεν λέω, ωραία θα ήταν στην επαρχία μέσα στο πράσσινο και την ησυχία, αλλά δεν αξίζει τίποτα αν δεν είναι δίπλα μου όλοι οι αγαπημένοι μου. Για αυτό θα κατέβει το εκ Πρεβέζης ορμώμενο, προαναφερόμενο, αχτύπητο δίδυμο και θα κάνουμε Ανάσταση όλοι μαζί.
Αυτά τα πολύ λίγα, γιατί δεν συνέβη και κάτι φοβερό και τρομερό.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα σε όλους, με υγεία και χαρά, και καλό φαγοπότι!!
Δευτέρα 7 Απριλίου 2008
Χε χε χε....
Όχι, δεν είναι γέλιο: είναι το παραλήρημα μιας λαλημένης- κυριολεκτικά και μεταφορικά-μέλισσας.
Για αρχή, να σας ευχαριστήσω όλους για τα τρυφερά σας σχόλια και τις γεμάτες αγάπη σκέψη σας στο προηγούμενο ποστ. Ειλικρινά φούσκωσε απο χαρά και συγκίνηση το μελισσάκι που σας έχει blogόφιλους. Ζητάω συγνώμη αν σας μαύρισα την καρδιά, αλλά ένιωθα πραγματικά την ανάγκη να αφήσω αυτή την πληγή να βγει στην επιφάνεια. Φοβάμαι ότι, αν δεν μιλήσω για ένα γεγονός, τότε οι άνθρωποι και οι καταστάσεις του θα ξεχαστούν:η μνήμη οδηγεί στην αθανασία και στην αιωνιότητα, ενώ η λήθη είναι ο πραγματικός θάνατος και με φοβίζει ή υποψία ότι μπορεί να ξεχάσω και μαζί μου να σβήσουν οριστικά αυτοί που έχουν φύγει. Στιλιάνο, Σοφία και για εσάς που έχετε παιδιά, σας συμβουλεύω να ζείτε πραγματικά κάθε στιγμή μαζί τους, γιατί για αυτά τα απαιδιά είστε μικροί θεοί και γιατί τελικά αυτά είναι που αξίζουν και μένουν.
Ήρθε όμως η ώρα να γυρίσουμε στο παρόν, στην γεμάτη μέλι και τρέλα-με-κορδέλα καθημερινότητα μιας μέλισσας που, όσο μπαίνει η άνοιξη, τόσο ξεμωραίνεται.
Την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε η μαμά της μέλισσας να περάσει μερικές μέρες με την μικρή της προνύμφη (είπαμε, για τους γονείς είμαστε πάντα μικροί) και να την κανακέψει και, αφού γλίτωσε παρά τρίχα το εγκεφαλικό (ε, δεν είναι η κυψέλη μου και το πιο συγυρισμένο τσαρδάκι του κόσμου), έπιασε τις κατσαρόλες και ο φούρνος πήρε φωτιά. Πήγαμε βέβαια και τις γύρες μας, αν και η βροχή το Σάββατο μας χάλασε τα σχέδια.Τελικά είναι πάντα ωραίο να σε περιποιούνται!
Εκτός απο αυτή το ευχάριστο γεγονός, είχα και ένα δυσάρεστο: την Τετάρτη άρχισε να πονά ο κάτω φρονιμίτης, με έναν πόνο οξύ και διαπεραστικό (λες να φταίει το ότι δεν θέλω να φρονιμέψω?). Ο γιατρός του Ταμείουτην Πέμπτη το πρωί μου λέει ότι απλά άρχισε να μολύνεται εσωτερικά και ότι θέλει-άκουσον άκουσον!-γναθοχειρούργο! Περιττό να σας πω ότι πέθανα όλη την Πέμπτη και την Παρασκεύη στον πόνο και ότι έμεινα άυπνη σχεδόν μέχρι το Σάββατο, που επέδρασε η αντιβίωση. Και μεθαύριο φτάνει η ώρα της κρίσεως στο ΚΑΤ-καλού κακού,θα γράψω και μια διαθήκη να βρίσκεται, άσε που θα έρθει και ο Σερ Πασχαλίτσος μαζί μου για συμπαράσταση.
Και δεν φτάνει που πονάω, έχω και το εξής μείζον πρόβλημα: πώς να συγκεντρωθώ το κακόμοιρο να μελετήσω Γερμανικά για τις εξετάσεις που πλησιάζουν, ενώ έξω κάνει κάτι μέρες υπέροχες για βόλτα? Στην δε δουλειά η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά και τρέχει να της πάρουν την πίεση.
Αυτά είναι τα νέα ενός μουρλαμένου μπάμπουρα, που νιώθει μια χαζή ευφορία και έχει μεθύσει απο τις μυρωδάτες αναθυμιάσεις και το καυσαέριο αυτής της εξίσου χαζής πόλης (γιατί απο λουλούδια, κλάφτα Χαράλαμπε).
Για αρχή, να σας ευχαριστήσω όλους για τα τρυφερά σας σχόλια και τις γεμάτες αγάπη σκέψη σας στο προηγούμενο ποστ. Ειλικρινά φούσκωσε απο χαρά και συγκίνηση το μελισσάκι που σας έχει blogόφιλους. Ζητάω συγνώμη αν σας μαύρισα την καρδιά, αλλά ένιωθα πραγματικά την ανάγκη να αφήσω αυτή την πληγή να βγει στην επιφάνεια. Φοβάμαι ότι, αν δεν μιλήσω για ένα γεγονός, τότε οι άνθρωποι και οι καταστάσεις του θα ξεχαστούν:η μνήμη οδηγεί στην αθανασία και στην αιωνιότητα, ενώ η λήθη είναι ο πραγματικός θάνατος και με φοβίζει ή υποψία ότι μπορεί να ξεχάσω και μαζί μου να σβήσουν οριστικά αυτοί που έχουν φύγει. Στιλιάνο, Σοφία και για εσάς που έχετε παιδιά, σας συμβουλεύω να ζείτε πραγματικά κάθε στιγμή μαζί τους, γιατί για αυτά τα απαιδιά είστε μικροί θεοί και γιατί τελικά αυτά είναι που αξίζουν και μένουν.
Ήρθε όμως η ώρα να γυρίσουμε στο παρόν, στην γεμάτη μέλι και τρέλα-με-κορδέλα καθημερινότητα μιας μέλισσας που, όσο μπαίνει η άνοιξη, τόσο ξεμωραίνεται.
Την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε η μαμά της μέλισσας να περάσει μερικές μέρες με την μικρή της προνύμφη (είπαμε, για τους γονείς είμαστε πάντα μικροί) και να την κανακέψει και, αφού γλίτωσε παρά τρίχα το εγκεφαλικό (ε, δεν είναι η κυψέλη μου και το πιο συγυρισμένο τσαρδάκι του κόσμου), έπιασε τις κατσαρόλες και ο φούρνος πήρε φωτιά. Πήγαμε βέβαια και τις γύρες μας, αν και η βροχή το Σάββατο μας χάλασε τα σχέδια.Τελικά είναι πάντα ωραίο να σε περιποιούνται!
Εκτός απο αυτή το ευχάριστο γεγονός, είχα και ένα δυσάρεστο: την Τετάρτη άρχισε να πονά ο κάτω φρονιμίτης, με έναν πόνο οξύ και διαπεραστικό (λες να φταίει το ότι δεν θέλω να φρονιμέψω?). Ο γιατρός του Ταμείουτην Πέμπτη το πρωί μου λέει ότι απλά άρχισε να μολύνεται εσωτερικά και ότι θέλει-άκουσον άκουσον!-γναθοχειρούργο! Περιττό να σας πω ότι πέθανα όλη την Πέμπτη και την Παρασκεύη στον πόνο και ότι έμεινα άυπνη σχεδόν μέχρι το Σάββατο, που επέδρασε η αντιβίωση. Και μεθαύριο φτάνει η ώρα της κρίσεως στο ΚΑΤ-καλού κακού,θα γράψω και μια διαθήκη να βρίσκεται, άσε που θα έρθει και ο Σερ Πασχαλίτσος μαζί μου για συμπαράσταση.
Και δεν φτάνει που πονάω, έχω και το εξής μείζον πρόβλημα: πώς να συγκεντρωθώ το κακόμοιρο να μελετήσω Γερμανικά για τις εξετάσεις που πλησιάζουν, ενώ έξω κάνει κάτι μέρες υπέροχες για βόλτα? Στην δε δουλειά η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά και τρέχει να της πάρουν την πίεση.
Αυτά είναι τα νέα ενός μουρλαμένου μπάμπουρα, που νιώθει μια χαζή ευφορία και έχει μεθύσει απο τις μυρωδάτες αναθυμιάσεις και το καυσαέριο αυτής της εξίσου χαζής πόλης (γιατί απο λουλούδια, κλάφτα Χαράλαμπε).
Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008
26 Μαρτίου 2004
Δεν θα γράψω για την 25η Μαρτίου, ούτε για υψηλά εθνικοπατριωτικά συναισθήματα και αξέχαστα ιστορικά γεγονότα. Παρέλαση έκανα τόσο με παραδοσιακές στολές στο δημοτικό, όσο και με μαθητική στολή σε γυμνάσιο και λύκειο, οπότε έχω χορτάσεις απο φανφάρες, εμβατήρια και σημαίες. Αγαπώ την Ελλάδα και τους κατοίκους της, αλλά παράλληλα αγαπώ και σέβομαι κάθε χώρα και λαό. Ξέρω την ιστορία μας, εκτιμώ και τιμώ αυτούς που πολέμησαν τότε για να είμαι εγώ ελεύθερη σήμερα, αλλά αρνούμαι να σκεφτώ φανατικά και ρατσιστικά. Οπότε οι πιστοί των τελετών και των ταρατατζούμ να προσέλθουν σε άλλο ιστολόγιο.
Θα μιλήσω για μια άλλη 26η Μαρτίου πριν απο 4 χρόνια, που άλλαξε τον μικρό μου κόσμο και τον στρογγυλό μου εαυτό. Θα μιλήσω για σένα, για το ταξίδι σου στον ουρανό, σαν ένα ασήμαντο μνημόσυνο και μια ελάχιστη απόδειξη για το ότι ακόμα σε αγαπώ, δεν σε ξεχνώ και ότι η πληγή ακόμα αιμορραγεί.
11:15 Έχεις παραισθήσεις και τινάζεσαι φοβισμένος, προσπαθείς να μας μιλήσεις αλλά η εξάντληση σε έχει καταβάλλει, μας κοιτάς αλαφιασμένος, επίμονα ψάχνεις τα μάτια μας, θες κάτι οπωσδήποτε να μας πεις.
12:05 Κρατάω τα χέρια σου και σε κοιτώ επίμονα στο πρόσωπο, κρέμομαι απο τα χείλη σου. Και τότε με κοιτάς, τα πράσινα μάτια σου έχουν θολώσει, σβήνουν, και μου ψιθυρίζεις την τελευταία σου λέξη: ''ματάκια μου''..
12:20 Πέφτεις σε κώμα. Αίμα αρχίζει να αναβλύζει απο τα χείλη σου και παίρνω τηλέφωνο πανικόβλητη την μαμά να μου πει τι θα κάνω, γιατί βλέπεις για βλακείες άλλων έπρεπε εκείνη την στιγμή να είναι μακριά.
00:30 Τα χέρια σου έχουν ήδη παγώσει και το ψύχος φτάνει στην καρδιά. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και την βγάζεις με έναν αναστεναγμό.
Και τότε έρχεται εκείνη η τρομαχτική στιγμή, η στιγμή που διαπιστώνω ότι δεν συνεχίζεις να αναπνέεις, που ψάχνω σαν τρελή τα χέρια σου, το στήθος σου και τον λαιμό σου να νιώσω τον αδύναμο χτύπο της καρδιάς, αλλά η παγωμένη σάρκα μένει άκαμπτη σαν ατσάλι. Είναι η στιγμή που διαπιστώνω τον θάνατο,ότι έφυγες για πάντα.
26 Μαρτίου 2004,για ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.
Δεν ξέρω αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, αν κάτι συνεχίζει να υπάρχει αφού η καρδιά πάψει να χτυπά. Αν όμως υπάρχει και άλλος κόσμος για αυτούς που έφυγαν, αν απο κάπου τώρα με βλέπεις, τότε εύχομαι να είσαι ευτυχισμένος, χωρίς πόνους και χωρίς αγωνία. Μαζί σου έφυγε και η μελισσούλα του τότε, δίνοντας την θέση της στην μελισσούλα του σήμερα, ένα έντομο σαφώς πιο δυνατό και συνειδητοποιημένο απο εκείνο που τρέκλιζε τότε αδύναμο και ζαλισμένο. Γίναμε μια γροθιά όσοι απο την μικρή μας οικογένεια απομείναμε πίσω και προχωρήσαμε μπροστά, παλεύοντας τον δρόμο μας στον ανθόκηπο της ζωής. Πιστεύω ότι αυτό ήταν το καλύτερο δώρο που μπορούσαμε να σου κάνουμε: να μην λυγίσουμε και να μην ηττηθούμε απο τις δύσκολες στιγμές και καταστάσεις που ακολούθησαν.
Για μένα ζεις πάντα μέσα στην καρδιά μου, μαζί προχωράμε, γελάμε, μοιραζόμαστε κάθε μας στιγμή. Κάποτε μου είπαν ότι χρειάζομαι χρόνο για να ξεπεράσω την απώλεια, αλλά κανείς δεν μου είπε το πόσο θα σε χρειαζόμουν όσο θα μεγάλωνα και θα έμπαινα για τα καλά στον άγριο κόσμο των ενηλίκων. Έχω πάντα το δικό σου παράδειγμα στο μυαλό μου: δεν άφησες την μάχη ούτε στιγμή, και ας ήξερες οτι θα πεθάνεις, ότι ο αγώνας είναι χαμένος και ότι ο δρόμος έχει τέλος. Εγώ θα παλέψω για να ορίσω τον δικό μου αβέβαιο δρόμο, πάντα με το κεφάλι ψηλά, πάντα όρθια, πάντα αντάξιά σου.
Δεν ξέρω αν υπάρχει μετα θάνατον ζωή, αλλά, αν υπάρχει, εύχομαι να είσαι ευτυχισμένος και να μην πονάς. Γιατί το αξίζεις. Γιατί για μια πονεμένη μελισσούλα εδώ κάτω στην γη, ήσουν ο καλύτερος πατέρας.
Θα μιλήσω για μια άλλη 26η Μαρτίου πριν απο 4 χρόνια, που άλλαξε τον μικρό μου κόσμο και τον στρογγυλό μου εαυτό. Θα μιλήσω για σένα, για το ταξίδι σου στον ουρανό, σαν ένα ασήμαντο μνημόσυνο και μια ελάχιστη απόδειξη για το ότι ακόμα σε αγαπώ, δεν σε ξεχνώ και ότι η πληγή ακόμα αιμορραγεί.
11:15 Έχεις παραισθήσεις και τινάζεσαι φοβισμένος, προσπαθείς να μας μιλήσεις αλλά η εξάντληση σε έχει καταβάλλει, μας κοιτάς αλαφιασμένος, επίμονα ψάχνεις τα μάτια μας, θες κάτι οπωσδήποτε να μας πεις.
12:05 Κρατάω τα χέρια σου και σε κοιτώ επίμονα στο πρόσωπο, κρέμομαι απο τα χείλη σου. Και τότε με κοιτάς, τα πράσινα μάτια σου έχουν θολώσει, σβήνουν, και μου ψιθυρίζεις την τελευταία σου λέξη: ''ματάκια μου''..
12:20 Πέφτεις σε κώμα. Αίμα αρχίζει να αναβλύζει απο τα χείλη σου και παίρνω τηλέφωνο πανικόβλητη την μαμά να μου πει τι θα κάνω, γιατί βλέπεις για βλακείες άλλων έπρεπε εκείνη την στιγμή να είναι μακριά.
00:30 Τα χέρια σου έχουν ήδη παγώσει και το ψύχος φτάνει στην καρδιά. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και την βγάζεις με έναν αναστεναγμό.
Και τότε έρχεται εκείνη η τρομαχτική στιγμή, η στιγμή που διαπιστώνω ότι δεν συνεχίζεις να αναπνέεις, που ψάχνω σαν τρελή τα χέρια σου, το στήθος σου και τον λαιμό σου να νιώσω τον αδύναμο χτύπο της καρδιάς, αλλά η παγωμένη σάρκα μένει άκαμπτη σαν ατσάλι. Είναι η στιγμή που διαπιστώνω τον θάνατο,ότι έφυγες για πάντα.
26 Μαρτίου 2004,για ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.
Δεν ξέρω αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, αν κάτι συνεχίζει να υπάρχει αφού η καρδιά πάψει να χτυπά. Αν όμως υπάρχει και άλλος κόσμος για αυτούς που έφυγαν, αν απο κάπου τώρα με βλέπεις, τότε εύχομαι να είσαι ευτυχισμένος, χωρίς πόνους και χωρίς αγωνία. Μαζί σου έφυγε και η μελισσούλα του τότε, δίνοντας την θέση της στην μελισσούλα του σήμερα, ένα έντομο σαφώς πιο δυνατό και συνειδητοποιημένο απο εκείνο που τρέκλιζε τότε αδύναμο και ζαλισμένο. Γίναμε μια γροθιά όσοι απο την μικρή μας οικογένεια απομείναμε πίσω και προχωρήσαμε μπροστά, παλεύοντας τον δρόμο μας στον ανθόκηπο της ζωής. Πιστεύω ότι αυτό ήταν το καλύτερο δώρο που μπορούσαμε να σου κάνουμε: να μην λυγίσουμε και να μην ηττηθούμε απο τις δύσκολες στιγμές και καταστάσεις που ακολούθησαν.
Για μένα ζεις πάντα μέσα στην καρδιά μου, μαζί προχωράμε, γελάμε, μοιραζόμαστε κάθε μας στιγμή. Κάποτε μου είπαν ότι χρειάζομαι χρόνο για να ξεπεράσω την απώλεια, αλλά κανείς δεν μου είπε το πόσο θα σε χρειαζόμουν όσο θα μεγάλωνα και θα έμπαινα για τα καλά στον άγριο κόσμο των ενηλίκων. Έχω πάντα το δικό σου παράδειγμα στο μυαλό μου: δεν άφησες την μάχη ούτε στιγμή, και ας ήξερες οτι θα πεθάνεις, ότι ο αγώνας είναι χαμένος και ότι ο δρόμος έχει τέλος. Εγώ θα παλέψω για να ορίσω τον δικό μου αβέβαιο δρόμο, πάντα με το κεφάλι ψηλά, πάντα όρθια, πάντα αντάξιά σου.
Δεν ξέρω αν υπάρχει μετα θάνατον ζωή, αλλά, αν υπάρχει, εύχομαι να είσαι ευτυχισμένος και να μην πονάς. Γιατί το αξίζεις. Γιατί για μια πονεμένη μελισσούλα εδώ κάτω στην γη, ήσουν ο καλύτερος πατέρας.
Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008
Πεταμένα Βαζάκια
Χτες κατέβηκα στο Ειρηνοδικείο, ελπίζοντας ότι, παρά την αποχή του κλάδου μου, θα μπορούσα να τελειώσω μια δουλειά που ήθελα. Δεν τα κατάφερα τελικά και αποφάσισα να περάσω απο το Ταμείο Νομικών μπας και βρω κάποιον να συννενοηθώ για το μητρώο μου. Οι καλοί μας υπάλληλοι όμως είχαν απεργία και έτσι ξεκίνησα βαρύθυμη για το γραφείο. Και στην είσοδο του σταθμού του ηλεκτρικού στην Ομόνοια, απο την μεριά της οδού Αθηνάς, την είδα.
Ήταν μια ηλικιωμένη κυρία, με βρώμικα ρούχα και σκονισμένα, μπερδεμένα μαλλιά. Τα μάτια της κοιτούσαν κάτω θολά και απλανή, χαμένα σε αναμνήσεις ή σκέψεις ξεθωριασμένες. Το πρόσωπό της ήταν δυστυχισμένο, χαρακωμένο απο τον χρόνο και την ταλαιπωρία. Το χέρι της ήταν απλωμένο, κρατούσε ένα σπασμένο πλαστικό ποτήρι, φωλίτσα για τα λιγοστά κέρματα που της έριχναν οι περαστικοί,βοήθεια αμελητέα μπροστά στην εξαθλίωση. Μια ψυχή έρημη και αβοήθητη, στερημένη απο τη αγάπη και την θαλπωρή που δικαιούνται όλοι οι άνθρωποι, κάθε ηλικίας, χαμένη σε πίκρες και σε κούραση.
Θυμήθηκα μια άλλη σκηνή, πριν έξι και κάτι περίπου χρόνια, όταν ήμουν πρωτοετής. Έδινα μάθημα νωρίς το πρωί και είχα κατέβει χαράματα στο κέντρο και περπατούσα στην πολιτισμένη Σταδίου, απορροφώντας τις τόσο νέες για μένα εικόνες. Και τότε, δίπλα σε έναν κάδο απορριμάτων,ανάμεσα στις βρωμερές σακκούλες, είδα το κεφάλι μια ηλικιωμένης κυρίας να προβάλει. Όσο ζω δεν θα ξεχάσω ποτέ το σακατεμένο της πρόσωπο, το αλαφιασμένο της ύφος και τα διάπλατα ανοιγμένα μάτια που κοίταζαν απορημένα τος περαστικούς. Περαστικούς, που δεν έριχναν ούτε ένα βλέμμα σε εκείνο το σκελετωμένο κορμί που ήταν ντυμένο μόνο με ένα κουρελιασμένο, λουλουδάτο φόρεμα, ίσως γιατί σε αυτή την πόλη όλοι έχουν συνηθίσει τόσο την δυστυχία, που πια δεν τους κάνει εντύπωση.
Τους ανθρώπους τους κλείνουμε στην καρδιά μας με πολλούς τρόπους:τους αγαπάμε, τους συμπαθούμε, ενίοτε τους μισούμε, τους θέλουμε για φίλους, γνωστούς, εραστές, συνεργάτες και πολλά άλλα. Τα ανθρώπινα αισθήματα μου θυμίζουν το ουράνιο τόξο:έχουν κάθε χρώμα σε όλες τις αποχρώσεις.
Η μελισσούλα θέλει να κάνει την ζωή όσων αγαπά, αλλά και όσων συμπαθεί και εκτιμά, πολύχρωμη και χαρούμενη, θέλει να τους χαρίσει ουρανούς με ήλιο, λουλούδια, θάλασσες καλοταξίδευτες. Ξεκινάει λοιπόν και φτιάχνει βαζάκια και βάζει όλη της την τέχνη ώστε το μέλι που θα κλείσει μέσα τους να γίνει το καλύτερο. Ποτέ ένα βαζάκι δεν είναι το ίδιο με το προηγούμενο:άλλοτε θα βάλει θυμάρι στο μέλι, άλλοτε θα πάρει γύρη απο πορτοκαλιές, απο πεύκα, η γεύση θα αλλάζει γιατί κάθε άνθρωπος και κάθε στιγμή είναι μοναδικά. Και θα πάει το μελισσάκι μετά όλο χαρά να χαρίσει το βαζάκι, να γλυκάνει τις καρδιές . Υπάρχουν όμως φορές που οι παραλήπτες δεν δέχονται το βαζάκι και, χωρίς να το αντιπαθούν ή να το περιφρονούν, απλά απομακρύνουν το μελισσάκι, ίσως γιατί το παρεξηγούν ή ακόμα και γιατί δεν θέλουν στην ζωή τους ένα έντομο.
Και το εντομάκι στεναχωριέται πολύ που το απορρίπτουν, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής δεν θέλει να γίνεται βάρος σε κανέναν, ούτε ζητά ανταπόδοση. Και πετά το βαζάκι σε μια άκρη, άχρηστο πια, και συνεχίζει. Με τον καιρό όμως τα πεταμένα βαζάκια πληθαίνουν, σχηματίζουν ένα μικρό βουνό στην βάση του λουλουδιού,το μέλι μέσα τους πικρίζει και γίνονται αβάσταχτο βάρος στην καρδιά και το απογοητεύουν σε σημείο να σκέφτεται να σταματήσει την παραγωγή μελιού.
Χέρια απλωμένα, που ζητούν ή προσφέρουν, με ελπίδα ή χαρά, αλλά κανείς δεν τους δίνει σημασία, όλοι τα προσπερνούν χωρίς να ρίχνουν μια δεύτερη ματιά. Βαζάκια που ζητούν να γεμίσουν ή να δοθούν, αλλά καταλήγουν πεταμένα σε μια άκρη.
Ήταν μια ηλικιωμένη κυρία, με βρώμικα ρούχα και σκονισμένα, μπερδεμένα μαλλιά. Τα μάτια της κοιτούσαν κάτω θολά και απλανή, χαμένα σε αναμνήσεις ή σκέψεις ξεθωριασμένες. Το πρόσωπό της ήταν δυστυχισμένο, χαρακωμένο απο τον χρόνο και την ταλαιπωρία. Το χέρι της ήταν απλωμένο, κρατούσε ένα σπασμένο πλαστικό ποτήρι, φωλίτσα για τα λιγοστά κέρματα που της έριχναν οι περαστικοί,βοήθεια αμελητέα μπροστά στην εξαθλίωση. Μια ψυχή έρημη και αβοήθητη, στερημένη απο τη αγάπη και την θαλπωρή που δικαιούνται όλοι οι άνθρωποι, κάθε ηλικίας, χαμένη σε πίκρες και σε κούραση.
Θυμήθηκα μια άλλη σκηνή, πριν έξι και κάτι περίπου χρόνια, όταν ήμουν πρωτοετής. Έδινα μάθημα νωρίς το πρωί και είχα κατέβει χαράματα στο κέντρο και περπατούσα στην πολιτισμένη Σταδίου, απορροφώντας τις τόσο νέες για μένα εικόνες. Και τότε, δίπλα σε έναν κάδο απορριμάτων,ανάμεσα στις βρωμερές σακκούλες, είδα το κεφάλι μια ηλικιωμένης κυρίας να προβάλει. Όσο ζω δεν θα ξεχάσω ποτέ το σακατεμένο της πρόσωπο, το αλαφιασμένο της ύφος και τα διάπλατα ανοιγμένα μάτια που κοίταζαν απορημένα τος περαστικούς. Περαστικούς, που δεν έριχναν ούτε ένα βλέμμα σε εκείνο το σκελετωμένο κορμί που ήταν ντυμένο μόνο με ένα κουρελιασμένο, λουλουδάτο φόρεμα, ίσως γιατί σε αυτή την πόλη όλοι έχουν συνηθίσει τόσο την δυστυχία, που πια δεν τους κάνει εντύπωση.
Τους ανθρώπους τους κλείνουμε στην καρδιά μας με πολλούς τρόπους:τους αγαπάμε, τους συμπαθούμε, ενίοτε τους μισούμε, τους θέλουμε για φίλους, γνωστούς, εραστές, συνεργάτες και πολλά άλλα. Τα ανθρώπινα αισθήματα μου θυμίζουν το ουράνιο τόξο:έχουν κάθε χρώμα σε όλες τις αποχρώσεις.
Η μελισσούλα θέλει να κάνει την ζωή όσων αγαπά, αλλά και όσων συμπαθεί και εκτιμά, πολύχρωμη και χαρούμενη, θέλει να τους χαρίσει ουρανούς με ήλιο, λουλούδια, θάλασσες καλοταξίδευτες. Ξεκινάει λοιπόν και φτιάχνει βαζάκια και βάζει όλη της την τέχνη ώστε το μέλι που θα κλείσει μέσα τους να γίνει το καλύτερο. Ποτέ ένα βαζάκι δεν είναι το ίδιο με το προηγούμενο:άλλοτε θα βάλει θυμάρι στο μέλι, άλλοτε θα πάρει γύρη απο πορτοκαλιές, απο πεύκα, η γεύση θα αλλάζει γιατί κάθε άνθρωπος και κάθε στιγμή είναι μοναδικά. Και θα πάει το μελισσάκι μετά όλο χαρά να χαρίσει το βαζάκι, να γλυκάνει τις καρδιές . Υπάρχουν όμως φορές που οι παραλήπτες δεν δέχονται το βαζάκι και, χωρίς να το αντιπαθούν ή να το περιφρονούν, απλά απομακρύνουν το μελισσάκι, ίσως γιατί το παρεξηγούν ή ακόμα και γιατί δεν θέλουν στην ζωή τους ένα έντομο.
Και το εντομάκι στεναχωριέται πολύ που το απορρίπτουν, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής δεν θέλει να γίνεται βάρος σε κανέναν, ούτε ζητά ανταπόδοση. Και πετά το βαζάκι σε μια άκρη, άχρηστο πια, και συνεχίζει. Με τον καιρό όμως τα πεταμένα βαζάκια πληθαίνουν, σχηματίζουν ένα μικρό βουνό στην βάση του λουλουδιού,το μέλι μέσα τους πικρίζει και γίνονται αβάσταχτο βάρος στην καρδιά και το απογοητεύουν σε σημείο να σκέφτεται να σταματήσει την παραγωγή μελιού.
Χέρια απλωμένα, που ζητούν ή προσφέρουν, με ελπίδα ή χαρά, αλλά κανείς δεν τους δίνει σημασία, όλοι τα προσπερνούν χωρίς να ρίχνουν μια δεύτερη ματιά. Βαζάκια που ζητούν να γεμίσουν ή να δοθούν, αλλά καταλήγουν πεταμένα σε μια άκρη.
Τρίτη 18 Μαρτίου 2008
Σελιδα απο βιβλιο
Η Άννα με κάλεσε να πάρω μέρος σε ένα παιχνίδι και να γράψω τις 5 πρώτες προτάσεις από την σελίδα 123 του βιβλίου που έχω δίπλα μου. Και επειδή δεν μπορώ να αρνηθώ σε μια φίλη μια ευγενική πρόσκληση, πόσο μάλλον όταν είναι για παιχνίδι, αρχίζουμε
Το βιβλίο που έχω δίπλα μου είναι το Δίκαιο των Αλλοδαπών Εμ.. στην σελίδα 123 αναφέρει τις προϋποθέσεις για να πάρουν visa τα μέλη των ναυτιλιακών εταιριών. Βαρετό δεν νομίζετε?
Ψάχνω πάλι Πιάνω το βιβλίο των γερμανικών από την τσάντα μου. Για το πτυχίο θα εξεταστουμε σε δυο λογοτεχνικά βιβλία Γερμανών συγγραφέων και μπροστά μου κρατώ το ενα απο αυτά Λέγεται Ein Julitag, ΄Μια μέρα του Ιουλίου΄, και περιγράφει τον έρωτα δυο νέων που συντριφτηκε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον μεταπολεμικό χωρισμό της Γερμανίας
Πάω στην 123 και κάνω μετάφραση:
΄΄Ξαφνικά είναι εκεί, ήρθαν απο ένα διπλανό δρόμο ,η απο κάπου εκεί γύρω, ένας λόχος απο αστυνομικούς με χρυσαφένια κράνη
-Η Πολιτική Αστυνομία !φώναξε ο Αλεξ Σμιρνοφ.
Στην θέα τους οι άνθρωποι άρχισαν να υποχωρούν, να αποτραβιούνται και η μάζα πίσω τους να σπρώχνει προς τα μπροστά, προς τα αλόγα, πάνω στα οποία ο αστυνομικοί χτυπούσαν (το πλήθος). Πανικός επικράτησε, άνθρωποι έπεφταν, κειτόταν στον δρόμο, σακατεμενοι, οι άλλοι περνούσαν απο πάνω τους, τους ποδοπατουσαν. Ο Αλεξ Σμιρνοφ τράβηξε τον Κριστιαν απο τον χέρι και με μερικές δρασκελιές, λίγο πριν απο μια ομάδα έφιππων αστυνομικών, έφτασαν στην μικρή καφετέρια, πίεσαν την πόρτα, ήταν ανοιχτή....''
Το απόσπασμα περιγράφει μια εξέγερση στο Παρίσι στο όποιο είχαν διαφύγει οι δυο νέοι, ο Κριστιαν και η Καρολινε, όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, λόγω του κίνδυνου που διέτρεχε ο Κριστιαν ως κομμουνιστής
Υπέροχο βιβλίο και μακάρι μια μέρα να μεταφραστεί στα ελληνικά για να μπορέσετε να το διαβάσετε όσοι δεν ξέρετε την γλώσσα Οι υπόλοιποι μπορείτε να το βρειτε στα βιβλιοπωλεία που έχουν ξενόγλωσσα βιβλία.
Το βιβλίο που έχω δίπλα μου είναι το Δίκαιο των Αλλοδαπών Εμ.. στην σελίδα 123 αναφέρει τις προϋποθέσεις για να πάρουν visa τα μέλη των ναυτιλιακών εταιριών. Βαρετό δεν νομίζετε?
Ψάχνω πάλι Πιάνω το βιβλίο των γερμανικών από την τσάντα μου. Για το πτυχίο θα εξεταστουμε σε δυο λογοτεχνικά βιβλία Γερμανών συγγραφέων και μπροστά μου κρατώ το ενα απο αυτά Λέγεται Ein Julitag, ΄Μια μέρα του Ιουλίου΄, και περιγράφει τον έρωτα δυο νέων που συντριφτηκε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον μεταπολεμικό χωρισμό της Γερμανίας
Πάω στην 123 και κάνω μετάφραση:
΄΄Ξαφνικά είναι εκεί, ήρθαν απο ένα διπλανό δρόμο ,η απο κάπου εκεί γύρω, ένας λόχος απο αστυνομικούς με χρυσαφένια κράνη
-Η Πολιτική Αστυνομία !φώναξε ο Αλεξ Σμιρνοφ.
Στην θέα τους οι άνθρωποι άρχισαν να υποχωρούν, να αποτραβιούνται και η μάζα πίσω τους να σπρώχνει προς τα μπροστά, προς τα αλόγα, πάνω στα οποία ο αστυνομικοί χτυπούσαν (το πλήθος). Πανικός επικράτησε, άνθρωποι έπεφταν, κειτόταν στον δρόμο, σακατεμενοι, οι άλλοι περνούσαν απο πάνω τους, τους ποδοπατουσαν. Ο Αλεξ Σμιρνοφ τράβηξε τον Κριστιαν απο τον χέρι και με μερικές δρασκελιές, λίγο πριν απο μια ομάδα έφιππων αστυνομικών, έφτασαν στην μικρή καφετέρια, πίεσαν την πόρτα, ήταν ανοιχτή....''
Το απόσπασμα περιγράφει μια εξέγερση στο Παρίσι στο όποιο είχαν διαφύγει οι δυο νέοι, ο Κριστιαν και η Καρολινε, όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, λόγω του κίνδυνου που διέτρεχε ο Κριστιαν ως κομμουνιστής
Υπέροχο βιβλίο και μακάρι μια μέρα να μεταφραστεί στα ελληνικά για να μπορέσετε να το διαβάσετε όσοι δεν ξέρετε την γλώσσα Οι υπόλοιποι μπορείτε να το βρειτε στα βιβλιοπωλεία που έχουν ξενόγλωσσα βιβλία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
