Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

Ταξίδι στον Χρόνο- Μέρος Δ'

Έξω ο αέρας ουρλιάζει και κάνει την φλόγα του κεριού να τρέμει, φοβισμένη στην προοπτική του θανάτου της.
Το κρυφό Ευαγγέλιο ανοίγει ξανα, αφου κυνηγήθηκε ανελέητα απο τους οπαδούς της ορθής θρησκείας, αυτής που διαχωρίζει αυστηρά σε καλούς, κακούς και μπερδεμένους, που δέχεται μόνο την μετάνοια και την προσχώρηση καταδικάζοντας την ελευθερία και την επιλογή.
Που είχα μείνει? Α, στο βουνό, λίγο μετά την μάχη, με το Πλασματάκι να κάνει τα πρώτα του βήματα στην δύναμη.

''2123 μΧ.
Ο άντρας καθόταν στην ταράτσα και αγνάντευε με μισόκλειστα μάτια την πόλη που απλωνόταν σαν βρώμικο χαλί μέχρι την μολυσμένη θάλασσα. Οι ήχοι απο την κυκλοφορία, μπερδεμένοι με τις φωνές βιαστικών ανθρώπων, έφταναν στα αυτιά του σαν ένα συγκεχυμένο, πολύβουο κουβάρι. Κάγχασε στον ήχο μιας δυνατής, θυμωμένης κόρνας. Ηλίθιοι άνθρωποι, σκέφτηκε, πάντα ίδιοι στο πέρασμα των αιώνων. Πάντα άπληστοι και βιαστικοί, ανυπόμονοι, έρμαια των παθών τους και των αδυναμιών τους. Και πάντα, μα πάντα, με την δίψα να γίνουν θεοί!
Κοίταξε προς τον ουρανό.
-Να χαίρεσαι το δημιούργημά Σου, είπε βαριεστημένα. Μέχρι και τον άγγελό τους θα ξεπουπούλιαζαν για να βρουν φτερά να Σε ρίξουν.
Σηκώθηκε και τίναξε τα φτερά του, μαύρα σαν την φίλη του την νύχτα. Δίπλα του το κουφάρι της νεκρής κοπέλας τον κοίταζε με γυάλινα μάτια. Είχε νόστιμο αίμα, όχι σαν εκείνο το παιδί προχθές. Κατέβηκε στους διαδρόμους της άθλιας πολυκατοικίας, όπου κάθε διαμέρισμα έκρυβε και μια τραγωδία. Κανένας άπο τους φτωχούς, μεροκαματιάρηδες ενοίκους δεν είχε ενδιαφερθεί να μάθει για την ταυτότητα του νεαρού που έμενε στον τελευταίο όροφο. Τα μάτια έπρεπε να μένουν κλειστά σε αυτή την πόλη.
Όταν μπήκε στο διαμέρισμά του, ο άντρας μόρφασε απο ενόχληση, καθώς διαπίστωσε ότι είχε επισκέψεις: ένας μεσήλικος αστυνομικός, με πρόσωπο χαρακωμένο απο τις σφαίρες τον περίμενε, έχοντας μάλιστα φτιάξει και καφέ. Τα κίτρινα απο νικοτίνη μουστάκια του χαμογέλασαν κουρασμένα.
-Δεν χαίρεσαι που με βλέπεις, είπε.
-Απλά άσχημη νύχτα, γρύλισε ο άλλος.
Πάνω σε ένα τραπέζι έκαιγε ένα πήλινο, απλό καντήλι. Ένας ασημένιος μικρός σταυρός ήταν δίπλα του. Ο δαίμονας κουλουριάστηκε στον καναπέ.
-Τον είδες πάλι, έτσι δεν είναι? είπε στεναχωρημένος ο αστυνομικός.

Τα μάτια του πλάσματος γυάλισαν, καθώς γύρισε να αντικρύσει το είδωλό του στον ραγισμένο καθρέπτη. Ένα όμορφο πρόσωπο τον κοίταξε βλοσυρά, πλαισιωμένο απο στιλπνά μαλλιά στο χρώμα των φτερών του κορακιού. Δυο μάτια πηγάδια, εβένινα διαμάντια σε ασημένιο δέρμα, χάραξαν το γυαλί.
Οι αιώνες είχαν κυλήσει σαν παγωμένο νερό στα σπήλαια της ζωής απο εκείνη την χαραυγή που έφυγε απο το καταφύγιό του. Το πλασματάκι είχε επιβιώσει, παλεύοντας με κάθε λογής θηρίο και πλάσμα που έκαναν το λάθος να το θεωρήσουν εύκολη λεία. Έζησε την αυγή του ανθρώπινου είδους και την επαναφορά των αγγελιοφόρων της Κόλασης στην Γη, πλέον με την μορφή του νέου αυτού δημιουργήματος. Έγινε ένας δυνατός και ικανότατος δαίμονας, ένας άγριος πολεμιστής του σκοταδιού, ανήμερος στο πρόσωπο του κόσμου και εχθρός τόσο του ουρανού, όσο και του κάτω κόσμου, όπως διαπίστωσαν με τραγικό τρόπο οι απεσταλμένοι των δυο πλευρών, που προσπάθησαν μάταια να τον κερδίσουν.
Η ανθρωπότητα προχώρησε, δημιούργησε πολιτισμούς και πολιτείες μέσα σε πολέμους και ειρήνη και πάντα με τους δύο άυλους κόσμους να παλεύουν για την επιρροή πάνω της. Ο δαίμονας ανδρώθηκε και έγινε σοφός στο πέρασμα των χρόνων, άλλαξε με τις εποχές, αλλά η φωτιά που βασάνιζε την καρδιά του έμεινε ασίγαστη.
Το καντηλάκι έκαιγε για αυτόν που αγαπούσε και είχε χάσει βίαια, για τον Αρχάγγελό του, για να το βλέπει στα σκοτάδια της φυλακής του και να ξέρει ότι το πλασματάκι συνέχιζε να τον λατρεύει και να τον ψάχνει. Όλους αυτούς τους αιώνες πάλευε να βρει το άντρο του Νεκραφέντη, το νεκροταφείο όπου κρατούσε τον άγγελό του αιχμάλωτο, αλλά μάταια. Δεν υπήρχε κανένας χάρτης και κανένα βιβλίο που να κρύβει αυτό το μυστικό και αυτοί που ήξεραν την ορθή απάντηση είχαν χαθεί στην αλλαγή που είχε υποστεί ο κόσμος πριν τον ερχομό των καθ εικόνα Του πλασμάτων. Όταν δυνάμωσε, ο δαίμονας αιχμαλώτιζε δαίμονες και αγγέλους και τους βασάνιζε μέχρι να του πουν με την τελευταία τους ανάσα τι ήξεραν για αυτόν τον Νεκραφέντη. Ξεκοκκάλιζε τα βιβλία των ανθρώπων και μελετούσε τις τοιχογραφίες σε αρχαίες εκκλησίες, χωρίς κανένα όμως αποτέλεσμα: ο σιχαμένος ήξερε ότι θα τον έψαχναν και είχε φροντίσει να κρύψει τα ίχνη που οδηγούσαν σε αυτόν και την πολύτιμη λεία του. Όλα αυτά τα σπαράγματα τα φυλούσε σαν κόρη οφθαλμού, σαν κομμάτια ενός διεστραμμένου παζλ που έψαχναν τα αδέρφια τους για να ενωθούν και να δώσουν την ποθητή εικόνα.
Και είχε εφιάλτες, σταλμένους με σαδιστική κακία απο τον βασανιστή, φριχτή υπενθύμιση της ταυτότητας του νικητή. Ήταν εφιάλτες κομμάτια μιας πραγματικότητας σε ένα νεκροταφείο, γεμάτοι πόνο και απελπισία: ο Αρχάγγελός του δεμένος σε έναν τάφο, με το φίδι να κουλουριάζεται γύρω απο το κεφάλι του, κλείνοντάς του τα μάτια και χύνοντας δηλητήριο στο αίμα του, για να τον κρατά ναρκωμένο και ανίσχυρο, και ο Νεκραφέντης να χαιδεύει το ωραίο πρόσωπο με λαιμαργία, ψιθυρίζοντας γελώντας '' είναι δικός μου τώρα''. Να τον κάνει να πονά με μαχαιριές στο στήθος και ο ήχος φτερών που σπάνε..

-Τι βρήκες? ρώτησε ο δαίμονας, προσπαθώντας να ηρεμήσει την ψυχή του που έβραζε απο λύσσα.
Δεν είχε ποτέ φίλους στην ζωή του και δεν ήξερε πραγματικά γιατί απέκτησε έναν τώρα. Η γνωριμία του με τον Φράνσις ήταν επεισοδιακή.
Η μάχη με τους αγγέλους και τους δαίμονες δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή, ακόμα και τώρα στον 21ο αιώνα. Οι συναντήσεις τους ήταν τακτικές και πολιτισμένες, αφήνοντας πίσω τους τρομοκρατημένους ανθρώπους και αμέτρητα θύματα. Ένα απο εκείνα τα διασκεδαστικά βράδια είχε γλιστρύσει απο την σκεπή μιας εκκλησίας και είχε προσγειωθεί πάνω στο περιπολικό του έκπληκτου Φράνσις. Και μετά απο μια σύντομη μάχη, κατα την οποία ο κακόμοιρος ο άνθρωπος είχε προσπαθήσει να τον βοηθήσει πυροβολώντας τους εχθρούς του, είχε στραφεί να τον σφαγιάσει, για να σταματήσει όταν είδε την φωτογραφία μιας οικογένειας κρεμασμένη στην μάσκα του αυτοκινήτου, τριών χαμογέλων που είχαν χαθεί απο μια βόμβα στον σταθμό του μετρό. Απο εκείνη την ημέρα ο ένας ανεχόταν και μάθαινε τον άλλον και ο Φράνσις είχε πάρει την πρωτοβουλία να τον βοηθήσει στην αναζήτησή του.
-Θα σου αρέσει, χαμογέλασε,γιατί είναι ένας παππάς. Σύμφωνα με τα αρχεία μου, είναι ένας απο τους Λευκούς Βοηθούς.
Τις τελευταίες λέξεις τις πρόφερε με περιφρόνηση: κανείς δεν συμπαθούσε τους Λευκούς και τους Μαύρους Βοηθούς, τα τσιράκια που εξυπηρετούσαν τις άυλες ομάδες που αλώνιζαν και μηχανορραφούσαν στον κόσμο.
-Που τον έχεις?
-Σε μια αποθήκη. Τι έχεις να πείς Άελκα?
-Ώρα για ανάκριση, χαμογέλασε ο δαίμονας.

6 σχόλια:

Θερμεσιλαος είπε...

άγγελε ιμμαήλ, σας ευχαριστώ για το σχόλιό σας. πότε τελειώνετε την άσκησή σας; πότε θα γίνετε αρχάγγελος; κατά τα άλλα, μάθετε πως η πείνα ελλοχεύει...
λσο για τον μελισσοφάγο, είναι ένα από τα πλέον πολύχρωμα πουλιά της (και της ελληνικής) ορνιθοπανίδας. κι ακόμη, καλύτερα να σας φάει λένα πολύχρωμιο πουλί παρά αυτό το γκρίζο της καθημερινής μιζέριας.
Θερμεσίλαος
υ.γ. σας μιμούμαι, απαντώ στο σχόλιο σας γράφωντας στο δικό σας μπλογκ κι όχι στο δικό μου....
παρεμπιπτόντως, η ανάρτηση σδας μου άρεσε, δεν βρήηκα τις άλλες, μου φαίνεται σαν να πήγα σινεμά από το διάλειμμα και μετά αλλά δεν με πειράζει, μου αρέσει το κείμενο.
Θ.

L' Aesthéte Soleil είπε...

Πάλι ταξιδεύετε στις σκέψεις σας μελισσούλα... Και μας παρασύρατε χωρίς να ζητήσετε συγνώμη. Χαλάλι!

Ελευθερία Αραβανή είπε...

συγγραφέας μελισσούλα??ωραίο κείμενο...

Ελευθερία Αραβανή είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
akrat είπε...

η στιγμή της ανακρίσεως είναι Η ΜΕΓΙΣΤΗ στιγμή δια όλους.... Όπου συναλασσώμεθα μεθ υμών και ημών...
Όπερ η δύναμη της αυτογνωσίας στο διηνεκές του ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.... μας χαρακτηρίζει ή ΕΝ ΤΕΛΕΙ εισίν ΑΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΟΝ κενόν...

ΑΝΕΜΟΣΚΟΡΠΙΣΜΑΤΑ είπε...

... ώρα για ανάκριση...
Πόσο καλύτερα θα ήταν τις ανακρίσεις να τις κάναν άγγελοι αντί για δαίμονες..

Καλημέρα!