Δευτέρα 7 Απριλίου 2008

Χε χε χε....

Όχι, δεν είναι γέλιο: είναι το παραλήρημα μιας λαλημένης- κυριολεκτικά και μεταφορικά-μέλισσας.

Για αρχή, να σας ευχαριστήσω όλους για τα τρυφερά σας σχόλια και τις γεμάτες αγάπη σκέψη σας στο προηγούμενο ποστ. Ειλικρινά φούσκωσε απο χαρά και συγκίνηση το μελισσάκι που σας έχει blogόφιλους. Ζητάω συγνώμη αν σας μαύρισα την καρδιά, αλλά ένιωθα πραγματικά την ανάγκη να αφήσω αυτή την πληγή να βγει στην επιφάνεια. Φοβάμαι ότι, αν δεν μιλήσω για ένα γεγονός, τότε οι άνθρωποι και οι καταστάσεις του θα ξεχαστούν:η μνήμη οδηγεί στην αθανασία και στην αιωνιότητα, ενώ η λήθη είναι ο πραγματικός θάνατος και με φοβίζει ή υποψία ότι μπορεί να ξεχάσω και μαζί μου να σβήσουν οριστικά αυτοί που έχουν φύγει. Στιλιάνο, Σοφία και για εσάς που έχετε παιδιά, σας συμβουλεύω να ζείτε πραγματικά κάθε στιγμή μαζί τους, γιατί για αυτά τα απαιδιά είστε μικροί θεοί και γιατί τελικά αυτά είναι που αξίζουν και μένουν.

Ήρθε όμως η ώρα να γυρίσουμε στο παρόν, στην γεμάτη μέλι και τρέλα-με-κορδέλα καθημερινότητα μιας μέλισσας που, όσο μπαίνει η άνοιξη, τόσο ξεμωραίνεται.
Την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε η μαμά της μέλισσας να περάσει μερικές μέρες με την μικρή της προνύμφη (είπαμε, για τους γονείς είμαστε πάντα μικροί) και να την κανακέψει και, αφού γλίτωσε παρά τρίχα το εγκεφαλικό (ε, δεν είναι η κυψέλη μου και το πιο συγυρισμένο τσαρδάκι του κόσμου), έπιασε τις κατσαρόλες και ο φούρνος πήρε φωτιά. Πήγαμε βέβαια και τις γύρες μας, αν και η βροχή το Σάββατο μας χάλασε τα σχέδια.Τελικά είναι πάντα ωραίο να σε περιποιούνται!
Εκτός απο αυτή το ευχάριστο γεγονός, είχα και ένα δυσάρεστο: την Τετάρτη άρχισε να πονά ο κάτω φρονιμίτης, με έναν πόνο οξύ και διαπεραστικό (λες να φταίει το ότι δεν θέλω να φρονιμέψω?). Ο γιατρός του Ταμείουτην Πέμπτη το πρωί μου λέει ότι απλά άρχισε να μολύνεται εσωτερικά και ότι θέλει-άκουσον άκουσον!-γναθοχειρούργο! Περιττό να σας πω ότι πέθανα όλη την Πέμπτη και την Παρασκεύη στον πόνο και ότι έμεινα άυπνη σχεδόν μέχρι το Σάββατο, που επέδρασε η αντιβίωση. Και μεθαύριο φτάνει η ώρα της κρίσεως στο ΚΑΤ-καλού κακού,θα γράψω και μια διαθήκη να βρίσκεται, άσε που θα έρθει και ο Σερ Πασχαλίτσος μαζί μου για συμπαράσταση.
Και δεν φτάνει που πονάω, έχω και το εξής μείζον πρόβλημα: πώς να συγκεντρωθώ το κακόμοιρο να μελετήσω Γερμανικά για τις εξετάσεις που πλησιάζουν, ενώ έξω κάνει κάτι μέρες υπέροχες για βόλτα? Στην δε δουλειά η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά και τρέχει να της πάρουν την πίεση.
Αυτά είναι τα νέα ενός μουρλαμένου μπάμπουρα, που νιώθει μια χαζή ευφορία και έχει μεθύσει απο τις μυρωδάτες αναθυμιάσεις και το καυσαέριο αυτής της εξίσου χαζής πόλης (γιατί απο λουλούδια, κλάφτα Χαράλαμπε).

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2008

26 Μαρτίου 2004

Δεν θα γράψω για την 25η Μαρτίου, ούτε για υψηλά εθνικοπατριωτικά συναισθήματα και αξέχαστα ιστορικά γεγονότα. Παρέλαση έκανα τόσο με παραδοσιακές στολές στο δημοτικό, όσο και με μαθητική στολή σε γυμνάσιο και λύκειο, οπότε έχω χορτάσεις απο φανφάρες, εμβατήρια και σημαίες. Αγαπώ την Ελλάδα και τους κατοίκους της, αλλά παράλληλα αγαπώ και σέβομαι κάθε χώρα και λαό. Ξέρω την ιστορία μας, εκτιμώ και τιμώ αυτούς που πολέμησαν τότε για να είμαι εγώ ελεύθερη σήμερα, αλλά αρνούμαι να σκεφτώ φανατικά και ρατσιστικά. Οπότε οι πιστοί των τελετών και των ταρατατζούμ να προσέλθουν σε άλλο ιστολόγιο.


Θα μιλήσω για μια άλλη 26η Μαρτίου πριν απο 4 χρόνια, που άλλαξε τον μικρό μου κόσμο και τον στρογγυλό μου εαυτό. Θα μιλήσω για σένα, για το ταξίδι σου στον ουρανό, σαν ένα ασήμαντο μνημόσυνο και μια ελάχιστη απόδειξη για το ότι ακόμα σε αγαπώ, δεν σε ξεχνώ και ότι η πληγή ακόμα αιμορραγεί.
11:15 Έχεις παραισθήσεις και τινάζεσαι φοβισμένος, προσπαθείς να μας μιλήσεις αλλά η εξάντληση σε έχει καταβάλλει, μας κοιτάς αλαφιασμένος, επίμονα ψάχνεις τα μάτια μας, θες κάτι οπωσδήποτε να μας πεις.
12:05 Κρατάω τα χέρια σου και σε κοιτώ επίμονα στο πρόσωπο, κρέμομαι απο τα χείλη σου. Και τότε με κοιτάς, τα πράσινα μάτια σου έχουν θολώσει, σβήνουν, και μου ψιθυρίζεις την τελευταία σου λέξη: ''ματάκια μου''..
12:20 Πέφτεις σε κώμα. Αίμα αρχίζει να αναβλύζει απο τα χείλη σου και παίρνω τηλέφωνο πανικόβλητη την μαμά να μου πει τι θα κάνω, γιατί βλέπεις για βλακείες άλλων έπρεπε εκείνη την στιγμή να είναι μακριά.
00:30 Τα χέρια σου έχουν ήδη παγώσει και το ψύχος φτάνει στην καρδιά. Παίρνεις μια βαθιά ανάσα και την βγάζεις με έναν αναστεναγμό.
Και τότε έρχεται εκείνη η τρομαχτική στιγμή, η στιγμή που διαπιστώνω ότι δεν συνεχίζεις να αναπνέεις, που ψάχνω σαν τρελή τα χέρια σου, το στήθος σου και τον λαιμό σου να νιώσω τον αδύναμο χτύπο της καρδιάς, αλλά η παγωμένη σάρκα μένει άκαμπτη σαν ατσάλι. Είναι η στιγμή που διαπιστώνω τον θάνατο,ότι έφυγες για πάντα.
26 Μαρτίου 2004,για ένα ταξίδι χωρίς γυρισμό.
Δεν ξέρω αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, αν κάτι συνεχίζει να υπάρχει αφού η καρδιά πάψει να χτυπά. Αν όμως υπάρχει και άλλος κόσμος για αυτούς που έφυγαν, αν απο κάπου τώρα με βλέπεις, τότε εύχομαι να είσαι ευτυχισμένος, χωρίς πόνους και χωρίς αγωνία. Μαζί σου έφυγε και η μελισσούλα του τότε, δίνοντας την θέση της στην μελισσούλα του σήμερα, ένα έντομο σαφώς πιο δυνατό και συνειδητοποιημένο απο εκείνο που τρέκλιζε τότε αδύναμο και ζαλισμένο. Γίναμε μια γροθιά όσοι απο την μικρή μας οικογένεια απομείναμε πίσω και προχωρήσαμε μπροστά, παλεύοντας τον δρόμο μας στον ανθόκηπο της ζωής. Πιστεύω ότι αυτό ήταν το καλύτερο δώρο που μπορούσαμε να σου κάνουμε: να μην λυγίσουμε και να μην ηττηθούμε απο τις δύσκολες στιγμές και καταστάσεις που ακολούθησαν.
Για μένα ζεις πάντα μέσα στην καρδιά μου, μαζί προχωράμε, γελάμε, μοιραζόμαστε κάθε μας στιγμή. Κάποτε μου είπαν ότι χρειάζομαι χρόνο για να ξεπεράσω την απώλεια, αλλά κανείς δεν μου είπε το πόσο θα σε χρειαζόμουν όσο θα μεγάλωνα και θα έμπαινα για τα καλά στον άγριο κόσμο των ενηλίκων. Έχω πάντα το δικό σου παράδειγμα στο μυαλό μου: δεν άφησες την μάχη ούτε στιγμή, και ας ήξερες οτι θα πεθάνεις, ότι ο αγώνας είναι χαμένος και ότι ο δρόμος έχει τέλος. Εγώ θα παλέψω για να ορίσω τον δικό μου αβέβαιο δρόμο, πάντα με το κεφάλι ψηλά, πάντα όρθια, πάντα αντάξιά σου.

Δεν ξέρω αν υπάρχει μετα θάνατον ζωή, αλλά, αν υπάρχει, εύχομαι να είσαι ευτυχισμένος και να μην πονάς. Γιατί το αξίζεις. Γιατί για μια πονεμένη μελισσούλα εδώ κάτω στην γη, ήσουν ο καλύτερος πατέρας.

Τετάρτη 19 Μαρτίου 2008

Πεταμένα Βαζάκια

Χτες κατέβηκα στο Ειρηνοδικείο, ελπίζοντας ότι, παρά την αποχή του κλάδου μου, θα μπορούσα να τελειώσω μια δουλειά που ήθελα. Δεν τα κατάφερα τελικά και αποφάσισα να περάσω απο το Ταμείο Νομικών μπας και βρω κάποιον να συννενοηθώ για το μητρώο μου. Οι καλοί μας υπάλληλοι όμως είχαν απεργία και έτσι ξεκίνησα βαρύθυμη για το γραφείο. Και στην είσοδο του σταθμού του ηλεκτρικού στην Ομόνοια, απο την μεριά της οδού Αθηνάς, την είδα.

Ήταν μια ηλικιωμένη κυρία, με βρώμικα ρούχα και σκονισμένα, μπερδεμένα μαλλιά. Τα μάτια της κοιτούσαν κάτω θολά και απλανή, χαμένα σε αναμνήσεις ή σκέψεις ξεθωριασμένες. Το πρόσωπό της ήταν δυστυχισμένο, χαρακωμένο απο τον χρόνο και την ταλαιπωρία. Το χέρι της ήταν απλωμένο, κρατούσε ένα σπασμένο πλαστικό ποτήρι, φωλίτσα για τα λιγοστά κέρματα που της έριχναν οι περαστικοί,βοήθεια αμελητέα μπροστά στην εξαθλίωση. Μια ψυχή έρημη και αβοήθητη, στερημένη απο τη αγάπη και την θαλπωρή που δικαιούνται όλοι οι άνθρωποι, κάθε ηλικίας, χαμένη σε πίκρες και σε κούραση.

Θυμήθηκα μια άλλη σκηνή, πριν έξι και κάτι περίπου χρόνια, όταν ήμουν πρωτοετής. Έδινα μάθημα νωρίς το πρωί και είχα κατέβει χαράματα στο κέντρο και περπατούσα στην πολιτισμένη Σταδίου, απορροφώντας τις τόσο νέες για μένα εικόνες. Και τότε, δίπλα σε έναν κάδο απορριμάτων,ανάμεσα στις βρωμερές σακκούλες, είδα το κεφάλι μια ηλικιωμένης κυρίας να προβάλει. Όσο ζω δεν θα ξεχάσω ποτέ το σακατεμένο της πρόσωπο, το αλαφιασμένο της ύφος και τα διάπλατα ανοιγμένα μάτια που κοίταζαν απορημένα τος περαστικούς. Περαστικούς, που δεν έριχναν ούτε ένα βλέμμα σε εκείνο το σκελετωμένο κορμί που ήταν ντυμένο μόνο με ένα κουρελιασμένο, λουλουδάτο φόρεμα, ίσως γιατί σε αυτή την πόλη όλοι έχουν συνηθίσει τόσο την δυστυχία, που πια δεν τους κάνει εντύπωση.



Τους ανθρώπους τους κλείνουμε στην καρδιά μας με πολλούς τρόπους:τους αγαπάμε, τους συμπαθούμε, ενίοτε τους μισούμε, τους θέλουμε για φίλους, γνωστούς, εραστές, συνεργάτες και πολλά άλλα. Τα ανθρώπινα αισθήματα μου θυμίζουν το ουράνιο τόξο:έχουν κάθε χρώμα σε όλες τις αποχρώσεις.

Η μελισσούλα θέλει να κάνει την ζωή όσων αγαπά, αλλά και όσων συμπαθεί και εκτιμά, πολύχρωμη και χαρούμενη, θέλει να τους χαρίσει ουρανούς με ήλιο, λουλούδια, θάλασσες καλοταξίδευτες. Ξεκινάει λοιπόν και φτιάχνει βαζάκια και βάζει όλη της την τέχνη ώστε το μέλι που θα κλείσει μέσα τους να γίνει το καλύτερο. Ποτέ ένα βαζάκι δεν είναι το ίδιο με το προηγούμενο:άλλοτε θα βάλει θυμάρι στο μέλι, άλλοτε θα πάρει γύρη απο πορτοκαλιές, απο πεύκα, η γεύση θα αλλάζει γιατί κάθε άνθρωπος και κάθε στιγμή είναι μοναδικά. Και θα πάει το μελισσάκι μετά όλο χαρά να χαρίσει το βαζάκι, να γλυκάνει τις καρδιές . Υπάρχουν όμως φορές που οι παραλήπτες δεν δέχονται το βαζάκι και, χωρίς να το αντιπαθούν ή να το περιφρονούν, απλά απομακρύνουν το μελισσάκι, ίσως γιατί το παρεξηγούν ή ακόμα και γιατί δεν θέλουν στην ζωή τους ένα έντομο.
Και το εντομάκι στεναχωριέται πολύ που το απορρίπτουν, γιατί στο κάτω κάτω της γραφής δεν θέλει να γίνεται βάρος σε κανέναν, ούτε ζητά ανταπόδοση. Και πετά το βαζάκι σε μια άκρη, άχρηστο πια, και συνεχίζει. Με τον καιρό όμως τα πεταμένα βαζάκια πληθαίνουν, σχηματίζουν ένα μικρό βουνό στην βάση του λουλουδιού,το μέλι μέσα τους πικρίζει και γίνονται αβάσταχτο βάρος στην καρδιά και το απογοητεύουν σε σημείο να σκέφτεται να σταματήσει την παραγωγή μελιού.

Χέρια απλωμένα, που ζητούν ή προσφέρουν, με ελπίδα ή χαρά, αλλά κανείς δεν τους δίνει σημασία, όλοι τα προσπερνούν χωρίς να ρίχνουν μια δεύτερη ματιά. Βαζάκια που ζητούν να γεμίσουν ή να δοθούν, αλλά καταλήγουν πεταμένα σε μια άκρη.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2008

Σελιδα απο βιβλιο

Η Άννα με κάλεσε να πάρω μέρος σε ένα παιχνίδι και να γράψω τις 5 πρώτες προτάσεις από την σελίδα 123 του βιβλίου που έχω δίπλα μου. Και επειδή δεν μπορώ να αρνηθώ σε μια φίλη μια ευγενική πρόσκληση, πόσο μάλλον όταν είναι για παιχνίδι, αρχίζουμε

Το βιβλίο που έχω δίπλα μου είναι το Δίκαιο των Αλλοδαπών Εμ.. στην σελίδα 123 αναφέρει τις προϋποθέσεις για να πάρουν visa τα μέλη των ναυτιλιακών εταιριών. Βαρετό δεν νομίζετε?

Ψάχνω πάλι Πιάνω το βιβλίο των γερμανικών από την τσάντα μου. Για το πτυχίο θα εξεταστουμε σε δυο λογοτεχνικά βιβλία Γερμανών συγγραφέων και μπροστά μου κρατώ το ενα απο αυτά Λέγεται Ein Julitag, ΄Μια μέρα του Ιουλίου΄, και περιγράφει τον έρωτα δυο νέων που συντριφτηκε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον μεταπολεμικό χωρισμό της Γερμανίας
Πάω στην 123 και κάνω μετάφραση:

΄΄Ξαφνικά είναι εκεί, ήρθαν απο ένα διπλανό δρόμο ,η απο κάπου εκεί γύρω, ένας λόχος απο αστυνομικούς με χρυσαφένια κράνη
-Η Πολιτική Αστυνομία !φώναξε ο Αλεξ Σμιρνοφ.
Στην θέα τους οι άνθρωποι άρχισαν να υποχωρούν, να αποτραβιούνται και η μάζα πίσω τους να σπρώχνει προς τα μπροστά, προς τα αλόγα, πάνω στα οποία ο αστυνομικοί χτυπούσαν (το πλήθος). Πανικός επικράτησε, άνθρωποι έπεφταν, κειτόταν στον δρόμο, σακατεμενοι, οι άλλοι περνούσαν απο πάνω τους, τους ποδοπατουσαν. Ο Αλεξ Σμιρνοφ τράβηξε τον Κριστιαν απο τον χέρι και με μερικές δρασκελιές, λίγο πριν απο μια ομάδα έφιππων αστυνομικών, έφτασαν στην μικρή καφετέρια, πίεσαν την πόρτα, ήταν ανοιχτή....''

Το απόσπασμα περιγράφει μια εξέγερση στο Παρίσι στο όποιο είχαν διαφύγει οι δυο νέοι, ο Κριστιαν και η Καρολινε, όταν ανέβηκε ο Χίτλερ στην εξουσία, λόγω του κίνδυνου που διέτρεχε ο Κριστιαν ως κομμουνιστής
Υπέροχο βιβλίο και μακάρι μια μέρα να μεταφραστεί στα ελληνικά για να μπορέσετε να το διαβάσετε όσοι δεν ξέρετε την γλώσσα Οι υπόλοιποι μπορείτε να το βρειτε στα βιβλιοπωλεία που έχουν ξενόγλωσσα βιβλία.

Κυριακή 16 Μαρτίου 2008

Veni, vidi και αστα να πάνε

Αγαπητοί μου συμblogίτες,
σας μιλάει μια μέλισσα που έχει βγει απο την γουνίτσα της κυριολεκτικά (λόγω ζέστης) και μεταφορικά ένεκα της μεγάλης της απουσίας απο το κυψελάκι της, η οποία δεν ήταν ηθελημένη και η οποία της προξένησε μεγάλη αναστάτωση, που είχε (η αναστάτωση ντε) σαν αποτέλεσμα την σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου των Μελισσών για να αποκατασταθεί η τάξη.
Για αρχή να διευκρινίσω κάτι: δεν μου αρέσουν οι αλλαγές. Είμαι ζουζούνιον που, άπαξ και συνηθίσει κάτι, αυτομάτως το κάνει βίωμα του και το συνδέει άρρηκτα με την καθημερινότητά του. Με απλά ζουζουνίσματα: κάθε αλλαγή με αναστατώνει, με μπερδεύει και ναι μεν προσαρμόζομαι σε σύντομο χρόνο, αλλά η κάθε προσαρμογή μου κοστίζει λιπποκύτταρα, εγκεφαλικά κύτταρα και διάθεση.
Πριν δυο εβδομάδες λοιπόν ήρθε μια καινούρια κοπέλα στην δουλειά. Πολύ συμπαθητική και άνθρωπος ανοιχτόκαρδος και με διάθεση για μάθηση και συνεργασία. Όλα καλά, αλλά επειδή ο υπολογιστής της δεν είναι έτοιμος, κάθισε στον δικό μου και εγώ μετακινήθηκα προσωρινά στον υπολογιστή του αφεντικού μου. Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι δεν μπορώ να μπαίνω στον Blogger απο το δικό του μηχάνημα γιατί, όχι τίποτε άλλο, αλλά αν κολλήσει κανέναν ιό ποιος με σώνει. Υπολογιστή στο κυψελάκι μου δεν έχω ακόμη, είχα και ένα σωρό διάβασμα για τα Γερμανικά που δεν μου άφηνε και πολύ χρόνο να πάω σε νετ καφέ, οπότε ερήμωσε το τσαρδί μου.
Το Ανώτατο Συμβούλιο Μελισσών αποφάσισε ότι η ερήμωση της κυψέλης είναι επικίνδυνη για την ψυχική ηρεμία των μελισσών (γιατί στεναχωριέται μία, στενοχωριούνται όλες-έχουμε τρομερή αλληλεγγύη). Και για να μην βγάλουμε κεντρί και όποιον πάρει ο Χάρος (δηλαδή όλο το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο, το δίποδο το τετράποδο και εν γένει κάθε πολύποδο), αποφασίστηκε να αναπροσαρμοστούμε μέχρι να φτιαχτεί το νέο μηχάνημα, για να βρούμε τον απαιτούμενο χρόνο να προωθήσουμε την μελοπαραγωγή.

Κατά τα άλλα, το τριήμερο της Καθαράς Δευτέρας το πέρασα με τον Σερ Πασχαλίτσο, μοιράζοντας τον χρόνο μας ανάμεσα στο μαγαζί του και το κυψελάκι μας και ακούγοντας τα βράδια ωραίο μπουζούκι απο έναν πελάτη του που ήξερε όλα τα παλιά ρεμπέτικα, τραγουδώντας όσα ξέραμε και τρώγοντας του σκασμού. Και το Μαρκελάκι μες την τρέλα και την χαρά, να γαβγίζει ενθουσιασμένο και να κουνά αδιάκοπα το γαλάζιο κουδουνάκι που του πήρα δώρο απο τον κτηνίατρο.
Καλή Σαρακοστή σε όλους και του χρόνου να είμαστε όλοι καλά!!

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2008

Τσικνίζω, τσικνίζεις...

Τσικνοπέμπτη σήμερα, μέρα ψητών και εν γένει λιχουδιών, μέρα ανεβασμένης διάθεσης , μια καλή ευκαιρία για καλοπροαίρετα πειράγματα. Με άλλα λόγια: μια μέρα που συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για ένα γερό φαγοπότι και διασκέδαση μέχρι πρωίας!
Τα μελισσάκια έχουν μεθύσει απο τις θεσπέσιες μυρωδιές των καλομαγειρεμένων φαγητών και γουργουρίζουν ευτυχισμένα. Σκοπεύουν να αράξουν στην ταβέρνα ''Το Ζωηρό Λιποκύτταρο'' και να χορέψουν μέχρι τελικής πτώσεως (επιτρέψτε μου να κρατήσω μυστική την τοποθεσία αυτής της ταβέρνας για λόγους ασφάλειας,είναι πολλοί αυτοί που μας επιβουλεύονται).

Όσο για μένα, δυστυχώς θα περάσω μόνη μου το βράδυ. Ο Σερ Πασχαλίτσος δουλεύει ως αργά, οι φίλοι μου έχουν κανονίσει, οι δικοί μου είναι μακριά, οπότε θα αράξω στο κυψελάκι μου αγκαλιά με το σκυλί μου και με ότι έχω όρεξη να μαγειρέψω. Όπως σωστά καταλάβατε, πάλι θα το ρίξω έξω και θα ξεδώσω!

Πάντως ένα έχω πω:ευτυχώς που υπάρχουν τα παιδιά και μας θυμίζουν τις Αποκριές, γιατί όσοι έχουμε μεγαλώσει και μπει για τα καλά στον επαγγελματικό τομέα έχουμε ψιλό ξεχάσει τα μασκαρέματα και τις πλάκες. Πού να σκάσεις μύτη στο δικηγορικό γραφείο με μάσκα αρλεκίνου?

Και για να κλείσει το αποκριάτικο ποστ, θα παραθέσω έναν διάλογο που κάναμε με τον Christian, τον καθηγητή μου στο διάλειμμα στο μάθημα γερμανικών προχθές. Θα τον γράψω πρώτα στα γερμανικά και μετά ακολουθεί μετάφραση, που θα δείξει πόσο διαφέρει η κουλτούρα μεταξύ των λαών:

''-Christian, was ist die deutsche Wort fur Τσικνοπέμπτη?'',ρωτάει η Τίνα.
''-Ich glaube, Die Zweite Tag von Carnaval'', της απαντάει.
Ψάχνουμε τα ξεφτέρια ένα λεξικό (θέλαμε να το παίξουμε φωστήρες) και του λέμε:
''- Christian, wir haben gefunden dass Τσικνοπέμπτη Die Tag mit der Geruch Von Angebrannte heiβt''!!!!!!
''-Was???'', έμεινε εμβρόντητος ο κακόμοιρος ο καθηγητής.
Στα ελληνικά:
-Christian, ποια είναι η γερμανική λέξη για την Τσικνοπέμπτη?
- Νομίζω (ότι είναι) Η Δεύτερη Μέρα του Καρναβαλιού.
-Christian, βρήκαμε ότι Τσικνοπέμπτη είναι Η Μέρα με την Μυρωδιά των Καμμένων!!
-Ορίστε???
Βλέπετε, για πολλές λέξεις δεν υπάρχει ακριβής μετάφραση και, αν το πεις στον άλλον καταλέξη στην γλώσσα του, άλλα θα καταλάβει.
Και στην γλώσσα του Christian καμένος (angebrannt) είναι για ανθρώπους και ζώα που κάηκαν ζωντανοί και επειδή οι Αποκριές δεν είναι κοντά στα γερμανικά έθιμα, δεν έχουν ανάλογη λέξη για την Τσικνοπέμπτη!

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2008

Παιχνίδι Ποιημάτων

Η Mariel με προσκάλεσε να αναρτήσω ένα ποίημα αισιόδοξο, φωτεινό ,γεμάτο απο την μελωδία της ζωής. Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα λίγο, γιατί με την ποίηση είμαστε λίγο τσακωμένοι (δεν πρόσεχα και πολύ στο σχολείο στο μάθημα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας) και τα ποιήματα που ξέρω είναι πολεμικά (Αναγνωστάκης, Σαχτούρης) ή μελαγχολικά, άρα ακατάλληλα.

Τελικά κατέληξα σε ένα που μου φαίνεται κάπως κατάλληλο. Μου το τραγουδούσε η μητέρα μου όταν πηγαίναμε βολτούλες με το αμάξι στα νοτισμένα, φθινοπωρινά χωράφια της πόλης μου και στην ακτή της παραλίας, δίπλα σε μια θάλασσα σμαραγδένια κάτω απο έναν βαρύ ουρανό και για μένα είναι ένα απο τα ποιήματα που με γεμίζουν τρυφερή νοσταλγία, συγκίνηση και κάνουν τις βροχερές μέρες μου στην Αθήνα πιο ελαφρές. Και να φανταστείτε ότι τότε την πείραζα για το ποίημα, καμιά φορά δεν την άκουγα κιόλας, αλλά που να φανταστώ ότι κάποτε θα ήθελα να μου το τραγουδήσει αλλά θα ήταν μακριά...


Πέφτει βροχή
Στίχοι: Νίκος ΓκάτσοςΜουσική: Γιώργος ΧατζηνάσιοςΠρώτη εκτέλεση: Νανά Μούσχουρη
''Πέφτει βροχή
Στο πρόσωπό μου πέφτει
Πέφτει βροχή
Στου κόσμου τον καθρέφτη
Πέφτει βροχή
Σ'ανατολή και δύση
Κι ο ήλιος έχει σβήσει
Έβγα στο σκοτάδι και περπάτα
Κι ας μην θέλουν οι Θεοί
Έχεις ήλιο τα ζεστά σου νιάτα
Έχεις ήλιο την ζωή
Πέφτει βροχή
Ο ουρανός μολύβι
Πέφτει βροχή κι η νύχτα κάτι κρύβει
Πέφτει βροχή
Την ώρα που σου γράφω
Πέφτει βροχή
Και στου Χριστού τον Τάφο...''


Με την σειρά μου προσκαλώ τον Poet1, την Άννα, τον Γιώργο_Κ και τον Θρασύβουλο. Οι κανόνες, όπως αναφέρει και η Mariel, είναι : 1) Διαλέγουμε ένα ποίημα το οποίο μας προξενεί ευχάριστα συναισθήματα και δεν είναι επιπέδου δαπέδου 2) καλούμε άλλα 4 άτομα να κάνουν το ίδιο..

Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2008

Ταξίδι στον Χρόνο-Γ' Μέρος

Πάνω απο τα βουνά η ανατολή άπλωνε τα αιματοβαμμένα μαλλιά της. Το κρύο ήταν δριμύ.

Ο Αρχάγγελος ατένισε το δάσος, απο εκεί ψηλά που στεκόταν θόλωνε απο την ομίχλη και την υγρασία. Στην πλάτη του, κρυμμένο σε μια υφασμάτινη θήκη κρεμασμένη ανάμεσα στα φτερά του, ο μικρός δαίμονας κοιμόταν ακόμη, έπλεε ασφαλής σε θάλασσες των ονείρων που ο άγγελος δεν μπορούσε να νιώσει την δροσιά τους.

Μπορούσε όμως να νιώσει για πρώτη φορά στην αιωνιότητά του τα απαίσια αισθήματα της απελπισίας, της αμφιβολίας και της αβεβαιότητας.

Το Πλασματάκι ήταν υπο την προστασία του τώρα, αλλά είχε πράξει σωστά? Είχε φανεί αδύναμος χωρίς καν να είναι σίγουρος ότι ήθελε κάτι τέτοιο. Ο Θεός του είχε εμπιστευτεί μια αποστολή και αυτός είχε αφήσει την καρδιά του να τον προδώσει και να αφήσει το έργο του ημιτελές. Μια εβδομάδα τώρα περιπλανιόταν στις ερημιές, κρύβοντας το κοιμισμένο μικρούλι απο τον κόσμο, και προσπαθούσε να επικοινωνήσει με τον Θεό, να του ομολογήσει την ενοχή την ανάμικτη με την περίεργη αυτή φλόγα που δεν έσβηνε, όσο και αν προσπαθούσε, να τον ρωτήσει ποιες θα ήταν οι συνέπειες. Ο Θεός όμως έμενε σιωπηλός, πεισματικά απών, οι βουλές του έμεναν κρυμμένες και αυτό τρέλαινε τον άγγελο, γιατί με ένα νεύμα Του το μικρούλι θα έμενε νεκρό, δεν θα μπορούσε να το προστατεύσει απο την οργή Του και αυτός θα φυλακίζονταν για πάντα στο σκοτάδι, σκλάβος ελεεινών πλασμάτων. Περιπλανιόταν λοιπόν μπερδεμένος, διχασμένος ανάμεσα στην επιθυμία, το πρέπει της σφαγής, το καθήκον του ως στρατιώτη και την τρυφερότητα που είχε νιώσει όταν διάβασε την μικρή καρδιά.

Το πρωί που το μικρούλι άνοιξε τα μάτια και γουργούρισε νυσταγμένο, αγκαλιάζοντας με αγάπη και εμπιστοσύνη τον λαιμό του, η καρδιά του πανώριου πλάσματος τρεμούλιασε, έγινε καυτό μέταλλο που παλλόταν απο συγκίνηση και τότε αποφάσισε να δώσει ζωή σε αυτό το σκελετωμένο μικρό ον, έστω και αν αυτό στοίχιζε την αιώνια καταδίκη του. Δεν μπορούσε να το εγκαταλείψει, δεν ήθελε να το καταδικάσει σε θάνατο. Βρήκε μια σπηλιά και την διαμόρφωσε ώστε να γίνει ένα άνετο, πρόχειρο σπίτι και εκεί έκρυψε τον μικρό. Χαμογέλασε προς τον ουρανό: πλέον ήταν απόλυτα σίγουρος τι ήθελε και θα το έκανε με θάρρος.

Τις ημέρες που κύλησαν, ο άγγελος περιποιήθηκε τα τραύματα του παιδικού σώματος και φρόντισε να γεμίσει η κοιλίτσα του με λιχουδιές. Όταν ο δαίμονας δυνάμωσε αρκετά, τον έλουσε και γυάλισε τα φτερά του και πέρασε στα χέρια του πολύχρωμα , μεταλλικά βραχιόλια, που ήξερε ότι αρέσανε τόσο σε αυτά τα πλάσματα. Το μικρούλι τον κοίταζε στα μάτια με σιωπηλή λατρεία, για αυτό κάθε χάδι ήταν δώρο και θαύμα μαζί, που το έκανε ευτυχισμένο όσο ποτέ. Κάθε φορά που ο Αρχάγγελος έφευγε, έτρεμε μην τον αιχμαλωτίσουν και τον πονέσουν, γιατί ήξερε ότι η σωτηρία του ήταν προδοσία στον ουρανό και κάθε πλάσμα του φωτός θα στρεφόταν εναντίον του, αν αυτό μαθαίνονταν. Ήθελε να του μιλήσει, αλλά δίσταζε, η φωνή πνιγόταν στον λαιμό του, γιατί ο αγαπημένος του φίλος δεν μίλαγε, έμενε κλεισμένος στην σιωπή. Ήξερε τι ήθελε, το διάβαζε στα μάτια του, αλλά ήθελε να ακούσει την φωνή του, να την κλείσει μέσα του σαν πολύτιμο θησαυρό, να μάθει το όνομά του, τις σκέψεις του, τους φόβους και τα όνειρά του.
Ο Άγγελος του έμαθε να χειρίζεται το σπαθί και τα μαχαίρια, να διαβάζει και να γράφει, του σχεδίασε χάρτες του κόσμου και εικόνες όλων των πλασμάτων. Κάθε βράδυ ο μικρός δαίμονας ζάρωνε στα φτερά του και αποκοιμιόταν στον ρυθμό της λατρεμένης του ανάσας και κάθε πρωί ξυπνούσε και τον έκανε να γελά με τα καμώματά του: για το φτερωτό πλάσμα ο μικρός ήταν κάτι νέο και περίεργο, κάτι που δεν είχε ξανα αντιμετωπίσει, ένα μικρό παιδί, που μαζί του μάθαινε πάλι την αθωότητα και την φωτεινή, ήσυχη πλευρά της αιωνιότητας, που δεν είχε ακόμα μολυνθεί απο το αίμα και το μίσος. Αυτή όμως η αθωότητα τον έκανε να διστάζει και να μην του αποκαλύπτεται, γιατί φοβόταν μην την καταστρέψει και φέρει το μικρούλι του σε μια πραγματικότητα πιο άγρια απο αυτή που μπορούσε να αντέξει.

Ένα πρωί όμως, μια χαραυγή αρκετό καιρό μετά, ένας μαυροφορεμένος άντρας στάθηκε μπροστά στην σπηλιά, με το χλωμό, αρρωστιάρικο πρόσωπό του να χαμογελά χαιρέκακα και τα κοκαλιάρικα χέρια του να είναι δεμένα μπροστά. Στα πόδια του σωριάστηκαν αλυσίδες πλεγμένες με κοφτερά αγκάθια που σφύριζαν ανυπόμονα.

Ο Αρχάγγελος αγρίεψε και έκρυψε τον φοβισμένο μικρό στα βάθη της σπηλιάς, γιατί αυτό το όρθιο λείψανο ήταν ένας Νεκραφέντης, ένα πλάσμα γλοιώδες και ποταπό, υπεύθυνο για την φύλαξη των νεκροταφείων αλλά και επιφορτισμένος με τα βασανιστήρια και τον εγκλεισμό των αποστατών Αρχαγγέλων. Βγήκε απο την σπηλιά βλοσυρός και στάθηκε άφοβα μπροστά του, κοιτώντας με περιφρόνηση. Ο μικρός σύρθηκε κρυφά στην είσοδο, με την καρδιά στο στόμα, παρακολουθώντας ανήμπορος την σκηνή και παρακαλώντας απελπισμένος τον Θεό του αγαπημένου του να μην αφήσει να του συμβεί τίποτα κακό.
-Επιτέλους σε βρήκα, Αραχήλ, γέλασε βραχνά ο Νεκραφέντης. Ψάχνω εσένα και το μπάσταρδο που έσωσες αρκετό καιρό. Σας βρήκα και τώρα θα έρθετε μαζί μου.
Η ανάσα του δαίμονα κόπηκε στο άκουσμα του ονόματός του.
Ο άγγελος δεν μίλησε, παρα έβγαλε το σπαθί του με τρομερό θυμό.
-Ώστε σκοπεύεις να αντισταθείς?, γρύλισε ο εχθρός. Το ξέρεις ότι είναι μάταιο. Θα σε δέσω όσο πιο σφιχτά μπορώ και θα σε κλειδώσω στο πιο σκοτεινό κελί που έχω, το έχω διαμορφώσει ειδικά για σένα. Και εκεί θα σε κρατήσω αιχμάλωτό μου για πάντα, γιατί, αν δεν το ξέρεις...
Ξεκαρδίστηκε στα γέλια, πριν συνεχίσει:
-Εγώ θα είμαι ο κύριός σου απο εδώ και πέρα! Και θα φροντίσω να τιθασευτείς και να με υπακούσεις.
Ο άγγελος έσφιξε πληγωμένος το σπαθ. Ο μικρός έβγαλε μια κραυγή αγωνίας, προδίδοντας την θέση του.
-Όσο για σένα, είπε ο νεκρός,κοιτάζοντάς το με μίσος, θα πεθάνεις με φριχτά βασανιστήρια, ενώ ο φίλος σου ο προδότης θα κοιτά απο το κελί του και θα κλαίει.
-Θα σου διαλύσω την ψυχή και θα την στείλω να θρηνεί σακατεμένη στα νεκροταφεία σου, ψιθύρισε λυσσασμένος ο Αραχήλ, αν τολμήσεις να απλώσεις τα χέρια σου πάνω του.
Η φωνή του...Σαν μελωδικό θρόισμα του θαλασσινού αέρα στα φυλλώματα των δέντρων, σαν ήχος καμπάνας που γεμίζει την καρδιά. Ο μικρός αφέθηκε στο απαλό της κύμα, πριν οι αλυσίδες τιναχτούν αιμοβόρες εναντίον του αγγέλου.
Ο Νεκραφέντης έγινε πελώριο φίδι,που επιτέθηκε μαζί με τα μέταλλα στο φτερωτό πολεμιστή. Το σπαθί τραγούδησε στα χέρια του, πληγώνοντας και σπάζοντας. Τα αγκάθια έσκισαν τα φτερά, μάτωσαν το λευκό κορμί, οι δαγκάνες έκλεισαν γύρω απο τους αστραγάλους του και πάλευαν να ακινητοποιήσουν τα χέρια που τις κατέστρεφαν. Το φίδι έψαχνε για τον λαιμό του, τυφλωμένο απο τα αλύπητα χτυπήματα. Ο δαίμονας κίνησε να τον βοηθήσει, αλλά η φωνή του φίλου του ακούστηκε ξανα, προστακτική:
-Μείνε πίσω! Κρύψου!
Υποχώρησε κλαίγοντας, φωνάζοντας για βοήθεια, μην αντέχοντας να τον βλέπει να ματώνει. Η μάχη έκανε το έδαφος να τρέμει και τον αέρα να σπάσει. Τα δυο πλάσματα μάχονταν με απύθμενο μίσος, ανυποχώρητα.
Ο Νεκραφέντης όμως είχε την αύρα του θανάτου και την οργή όλου του ουρανού, που αποδυνάμωναν τον άγγελο. Οι αλυσίδες δέθηκαν γύρω απο τους καρπούς του και τα φτερά του, τον γονάτισαν, έριξαν το όπλο μακριά. Και το φίδι άρπαξε τον λαιμό του και έχυσε το δηλητήριο στο κορμί του.
Το ουρλιαχτό απέραντου τρόμου του μικρού αντιλάλησε ως τα πέρατα της γης. Κατέρρευσε τρελαμένο, όταν είδε τον φίλο του να πνίγεται κάτω απο την πίεση των δοντιών. Ούρλιαξε το όνομά του τραβώντας τα μαλλιά του.
Το φίδι τον άφησε και οι αλυσίδες μπήκαν ανενόχλητες στην σάρκα του, ακινητοποιώντας τον ολοκληρωτικά. Ο άγγελος έκλεισε τα μάτια λαχανιασμένος, δακρυσμένος. Όταν τα άνοιξε, γύρισε στο μικρούλι και του χαμογέλασε με αγάπη, διατάζοντάς το να τρέξει μακριά και να μην μένει εκεί, κοκαλωμένο.
Το φίδι κινήθηκε εναντίον του δαίμονα, που σηκώθηκε εξαγριωμένος, έτοιμος να το αντιμετωπίσει και να ελευθερώσει αυτόν που αγαπούσε.
Και τότε ο Αραχήλ φώναξε , έντρομος στην προοπτική του θανάτου του μικρού και το κορμί του έγινε φωτιά, φλόγες πύρινες σαν το αίμα που έτρεχε απο τις πληγές του. Οι αλυσίδες τσίριξαν και το φίδι πήρε την μορφή του Νεκραφέντη, έκπληκτου μπροστά σε κάτι που δεν περίμενε. Η φωτιά θέριεψε απότομα, τους τύλιξε και του δύο, άρχισε να καταστρέφει τα σώματά τους.
Το μικρούλι προσπαθούσε να πλησιάσει την πύρινη σφαίρα, αλλά δεν μπορούσε. Είδε το πρόσωπο του Αραχήλ να μέσα απο το φλεγόμενο τοίχος να το κοιτά, ανακουφισμένος που πια ήταν ασφαλές, άκουσε τα ουρλιαχτά φριχτού πόνου του εχθρού.

Και τότε, Αρχάγγελος και Νεκραφέντης εξαφανίστηκαν, αφήνοντας μόνο στάχτη πάνω στο χώμα.

Για τρεις ημέρες ο δαίμονας κάθισε σε εκείνο το σημείο, κλαίγοντας και ουρλιάζοντας. Το ξημέρωμα της τέταρτης μέρας τον βρήκε εξαντλημένο και παγωμένο. Ηξερε ότι ο Αραχήλ δεν θα ξανα γυρνούσε: τώρα θα ήταν σκλάβος εκείνου του νεκρού, θα υπέφερε σε κάποιο υπόγειο μαυσωλείο. Κατέστρεψε το σώμα του για να μπορέσει να τραβήξει τον εχθρό μακριά, στα αρχέγονο σκοτάδι που πάνε οι ασώματες ψυχές πριν κριθούν, και έτσι να το σώσει.
Σηκώθηκε και ατένισε με θολά μάτια το πρωινό που ερχόταν. Στο χέρι του έσφιγγε έναν μικρό ασημένιο σταυρό, ένα απο τα δώρα του αγαπημένου του φίλου. Η καρδιά του ατσαλώθηκε και γέμισε δύναμη, μίσος και αποφασιστικότητα Δεν ήταν πια ο αδύναμος, τρομαγμένος μικρός: ήταν ένα άγριο πλάσμα, άφοβο και με πλήρη επίγνωση του εαυτού του.

-Θα σε βρω, ψιθύρισε στο παγωμένο χάραμα. Όσους αιώνες και να μου πάρει, θα σε βρω και θα σε ελευθερώσω. Σ' αγαπώ....

Και ξεκίνησε. Σε λίγο τα δέντρα τον έκρυψαν στην δροσερή σκιά τους.