Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2008

Ταξίδι στον χρόνο-Α μέρος

Αυτή την φορά δεν θα σας πω τα νέα μου. Θα σας πω μια ιστορία, ένα ταξίδι στον χρόνο που σβήστηκε απο τα Ευαγγέλια γιατί θεωρήθηκε αιρετικό, άρα και επικίνδυνο.



Ελάτε μαζί μου στην αυγή του κόσμου και του χρόνου, τότε που οι άγγελοι και οι δαίμονες προχωρούσαν πάνω στην γη, χωρίς να κρύβουν την πραγματική τους μορφή. Ήταν η εποχή που οι Πρωτόπλαστοι είχαν διωχθεί απο τον Παράδεισο και μαζί με τους απογόνους τους πάλευαν να δαμάσουν την Γη και να επιβιώσουν. Η καρδιές τους ήταν γεμάτες αμφιβολία και το μυαλό τους θολωμένο, εύκολη λεία στα κακοποιά πνεύματα. Καθημερινά γινόταν αμφίρροπες μάχες ανάμεσα στους υπηρέτες της Κόλασης και στους στρατιώτες του ουρανού με έπαθλο τις ψυχές αυτών των αδύναμων ανθρωπίνων πλασμάτων ,τα οποία συντάσσοταν με τον έναν ή τον άλλο, με την βία ή με την θέλησή τους, ή έκλειναν τα αυτιά τους και τα μάτια τους και έτρεχαν μακριά φοβισμένα. Σε λίγο καιρό βέβαια,λίγοι ήταν αυτοί που έμεναν αμέτοχοι στον πόλεμο αυτό και η πλάστιγγα είχε γύρει απελπιστικά προς την μεριά της Κόλασης.
Ολόκληρες οικογένειες αφανίζοταν, αμέτρητες ψυχές φυλακίζοταν στα σκοτάδια και άλλες τόσες εξαχρειωνόταν και η γη άρχισε να δυσανασχετεί απο τα κορμιά και το αίμα. Ο Θεός σκέφτηκε τότε ότι είχε δώσει αρκετές ευκαιρίες για να φτιάξουν τα πράγματα χωρίς να χρειαστεί άμεση και σκληρή επέμβασή του και ότι έπρεπε να δώσει ένα οριστικό τέλος και να απαλλάξει τον κόσμο απο τους διαβολικούς δαίμονες και τους οπαδούς τους, ώστε να μπορέσουν οι άνθρωποι να ακολουθήσουν το φως και η ζωή τους να γίνει δίκαιηκαι ενάρετη. Αλλιώς, αν οι δαίμονες νικούσαν οριστικά, θα έπρεπε να καταστρέψει το δημιούργημά του, κάτι που δεν το ήθελε γιατί πονούσε τους ανθρώπους και τους αγαπούσε, και ας τον είχαν αρνηθεί.
Έστειλε τότε στην Γη έναν Άρχάγγελο που την ύπαρξή του μέχρι τότε δεν την ήξερε κανείς. Ήταν ο Αρχάγγελος των Δύο Κόσμων, φωτεινός και σκοτεινός συνάμα. Προικισμένο με δύναμη απεριόριστη και με πνεύμα κοφτερό, γνώσεις που έφταναν πριν την δημιουργία του κόσμου, αυτό το Πνεύμα ήταν ανίκητο σε ουρανό, γη και κόλαση. Ήταν ο Ρυθμιστής σε καιρούς άσχημους, ο Νομοφύλακας των κόσμων, που η φήμη του έκανε τους αγγέλους να ψιθυρίχουν ανήσυχοι και που κοιμόταν σε μια ουράνια εκκλησία περιμένοντας κάλεσμα. Ο Θεός πράγματι τον ξύπνησε και του ανέθεσε την αποστολή και ο Αρχάγγελος την ίδια μέρα πέταξε στην γη.
Γρήγορα απέραντος τρόμος απλώθηκε και στα δύο στρατόπεδα και όλοι μιλούσαν για έναν όμορφο,νέο άντρα με παγωμένη καρδιά, άκαμπτη σαν ατσάλι, που σκορπούσε τον θάνατο και τον όλεθρο. Μάταια προσπάθησαν τα γεννήματα της Κόλασης να τον σταματήσουν: τίποτα δεν μπορούσε να του μπει εμπόδιο. Έσφαζε κάθε πλάσμα που ασπάζοταν το σκοτάδι, αδιακρίτως ανθρώπων και πνευμάτων, ηλικίας ή φύλου , ακόμα και αν υπήρχε σπίθα μετάνοιας. Οι υπόλοιποι αγγέλοι κρύφτηκαν στα σύννεφα και οι λίγοι που προσπάθησαν να τον πείσουν να δείξει έλεος στους ανθρώπους, να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την περιφρόνησή του και μια φοβερή οργή,που δεν σήκωνε αντιρρήσεις.Έτσι λοιπόν οι στρατιές των δαιμόνων αποδεκατίστηκαν και η γη άρχισε να ανασαίνει.
Οι τελευταίοι οπαδοί της Κόλασης μαζεύτηκαν κυνηγημένοι σε μια βεβηλωμένη εκκλησία για μια τελευταία μάχη. Ήξεραν ότι η αντίσταση θα ήταν μάταιη, αλλά είχαν το θάρρος που δίνει η απεριόριστη πίστη σε έναν σκοπό. Ήταν νύχτα με καταιγίδα και με κρύο δυνατό, που μούδιαζε το σώμα. Το πλασματάκι είχε μαζευτεί κουβάρι σε μια γωνία και τους παρακολουθούσε φοβισμένο να ακονίζουν τα όπλα τους, χωρίς κανείς να του δίνει σημασία. Δεν είχε ποτέ μπορέσει να καταλάβει τον σκοπό όλης αυτής της σφαγής, γιατί ήταν μικρό και η καρδιά του δεν είχε βυθιστεί ολοκληρωτικά στην εξαθλίωση και την κακία. Το μόνο που ζητούσε ήταν μερικές γουλιές αίμα και λίγο φρέσκο κρέας ανθρώπου, τόσο κακό ήταν αυτό? Για ατελείωτες μέρες έτρεχε με τους δικούς του απο κρυφώνα σε κρυψώνα και είχε εξαντληθεί απο την πείνα και τις κακουχίες και τώρα είχε έρθει το τέλος και ήταν μόνο του, όπως πάντα στην σύντομη, μικρή ζωή του.
Μια βροντή, αγριότερη απο αυτή του καιρού, ακούστηκε και μια αχνή λευκή λάμψη φώτισε απο τις χαραμάδες της αμπαρωμένης πόρτας τον σκονισμένο χώρο: ο Θάνατος είχε έρθει. Οι δαίμονες γρύλισαν και οι άνθρωποι μουρμούρισαν βλαστημιές. Το πλασματάκι αγκάλιασε το σκελετωμένο του κορμί απελπισμένο και ζάρωσε ακόμα πιο πολύ.
Η πόρτα άνοιξε με πάταγο και στο κατώφλι της, μέσα στην ασημένια αχλή που απέπνεε το σώμα του, εμφανίστηκε ο Αρχάγγελος.
Οι εχθροί του δεν έκαναν καμιά κίνηση, παρα τον προκαλούσαν με κοροιδευτικές ματιές. Το πλασματάκι τον παρακολούθησε υπνωτισμένο να προχωρά ατάραχος στο μουχλιασμένο δάπεδο και η μικρή καρδιά του σκίρτησε, γιατί το πλάσμα με τα λευκά και ασημένια ρούχα ήταν το πιο όμορφο που είχε δεί μέχρι τότε. Έκλεισε μέσα του το ευγενικό πρόσωπο με τα κοντά, καστανόξανθα μαλλιά και τα γλυκά μάτια στο χρώμα του μελιού, χάιδεψε με τα μάτια του τα μεγάλα, χιονάτα φτερά καο οσμίστηκε το άρωμα του Παραδείσου, πριν ξεσπάσει η μάχη.



(συνεχίζεται.........)

Δεν υπάρχουν σχόλια: