Πίσω απο το σπίτι μου, στην πόλη απο την οποία κατάγομαι, εκτείνονται περίπου δέκα στρέμματα με γέρικες ελιές, δέντρα πανύψηλα και με πυκνό φύλλωμα, καταφύγιο για κουκουβάγιες, γεράκια και άλλα μικρά ζώα, δίπλα σε μια μικρή έκταση με απαλή χλόη. Ή μάλλον θα έπρεπε να πω ότι εκτείνοταν, γιατί χτες το βράδυ η μητέρα μου με ενημέρωσε ότι κόβουν τον ελαιώνα για να κάνουν καλλιέργειες.
Πριν βιαστείτε να σχολιάσετε, να πω πως, εντάξει, για τους ανθρώπους που τα είχανε, τα δέντρα αυτά δεν αποδίδαν τόσο όσο θα θέλαν οι ιδιοκτήτες τους και ότι για αυτούς ίσως θα είναι πιο επικερδείς οι φυτείες.
Αλλά δεν μπορώ να μην μελαγχολήσω...
Σας προειδοποίησα απο το πρώτο κιόλας πόστ αυτού του blog να μην περιμένετε βαθυστόχαστα νοήματα και πολιτικές αναλύσεις, μόνο την καθημερινότητα μιας μέλισσας, τις αναμνήσεις της και τα όνειρά της, τους φόβους και τις ελπίδες της. Εικόνες όπως αυτή ενός μεγάλου ελαιώνα στο σούρουπο, να ανασαλεύει σκοτεινός κάτω απο το χάδι του θαλασσινού αέρα, αγκαλιά με έναν ουρανό βαθύ μπλέ, μόλις έχουν σβήσει τα χρώματα της δύσης και το φεγγάρι έχει κρεμαστεί σαν ασημένιο δρεπάνι και γελά με τον μικρό Αυγερινό δίπλα του. Τις εικόνες μιας μικρής παρέας παιδιών που μεγάλωσαν κάτω απο αυτά τα δέντρα, μέσα στις αχτίνες του μεσημεριανού ήλιου που διαθλόταν στα βαριά κλαριά, που προσποιούταν του ήρωες και τα πνεύματα, παιδιά που ενηλικιώθηκαν και τώρα τράβηξαν χωριστούς δρόμους.
Για μένα δεν χάνεται μόνο μια δεντροφυτεμένη έκταση, μια ωραία εικόνα, μερικά αναντικατάστατα δέντρα. Χάνεται ένα ακόμα κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας, όπως χάθηκε και με την γατούλα μου. Αλλάζει ένα περιβάλλον που για μένα ήταν οικείο, γεμάτο θαλπωρή, μια αγκαλιά που με περίμενε να γυρίσω και να κρυφτώ, να με παρηγορήσει και να με κάνει να νιώσω πάλι ανέμελη.
Ίσως σας φαίνομαι υπερβολική, αλλά έτσι νιώθω. Όλοι μεγαλώνουν και ωριμάζουν, όλα γίνονται πιο σοβαρά και επαγγελματικά, πιο ''ενήλικα'', αλλά εγώ νιώθω ακόμα παιδί, ένα μικρό μελισσάκι που χαίρεται τα παραμύθια, τα παιχνίδια και τις ιστορίες, που βάζει την φαντασία σε κάθε πτυχή της ζωής του, που επιμένει να του αρέσουν τα απλά και τα πολύχρωμα σε έναν κόσμο άχρωμο και πολύπλοκο. Ένα παιδί που θέλει τον κόσμο γύρω του αμετάβλητο και ζεστό, πράσσινο και γεμάτο μυστήριο που σε προκαλεί να το εξιχνιάσεις.
Ένα παιδί που βλέπει τα πάντα να αλλάζουν και στέκει απορημένο στο σταυροδρόμι, καμιά φορά μπερδεμένο, και θέλει να γυρίσει πίσω, σε εκέινες τις ελιές και να συνεχίσει να τρέχει χαρούμενο και ξέγνοιαστο και που καμιά φορά δυσκολεύεται να ακολουθήσει τις εξελίξεις.
Πολλά ζητώ?